Post image for Το «Προσωρινό Μουσείο» του Φάνου Κυριάκου

Το «Προσωρινό Μουσείο» του Φάνου Κυριάκου

30/09/2013

Συνέντευξη στη Χριστίνα Λάμπρου

Στήνοντας ένα «Προσωρινό Μουσείο» στο πλαίσιο του Pop Up Nicosia, ο Φάνος Κυριάκου συνθέτει μια γλυπτική εγκατάσταση με έργα γνωστών Κύπριων καλλιτεχνών τα οποία ανήκουν στη cyta. Η απόσταση, ο χώρος και οι σχέσεις ανάμεσα στα έργα υπήρξαν ιδέες-εργαλεία στην προσέγγιση του Φ. Κυριάκου.

Επιλεγμένα και κωδικοποιημένα μέσα από ένα επινοημένο σύστημα που παρακάμπτει τους συνηθισμένους κανόνες αισθητικής, δεκαεννέα έργα καλλιτεχνών -μεταξύ των οποίων ο Κάνθος, ο Διαμαντής, ο Βότσης και ο Γκλυν Χιους*- αποτελούν τα δομικά στοιχεία της εγκατάστασης με τίτλο «Between a woman and a mountain».

«Ξεκίνησα να σκέφτομαι αυτήν την εγκατάσταση, προτείνοντας να γίνει μια επιλογή από τη συλλογή έργων της cyta, και ένα ‘προσωρινό μουσείο’ όπου να φιλοξενηθεί. Αυτό, χωρίς να έχω υπόψη μου τα ίδια τα έργα, κάτι που ήταν ενδιαφέρον αλλά και σημαντικό στην εξέλιξη του πρότζεκτ: έμπαινα σε μια περιοχή ανεξερεύνητη χωρίς να έχω γνώση τού τι θα αντιμετωπίσω. Ζήτησα και μου έδωσαν μια λίστα με τα έργα τα οποία ανήκουν στον οργανισμό και τα οποία είναι τοποθετημένα στα γραφεία και τα κτήρια, με τον αριθμό αρχειοθέτησης του κάθε έργου και μια φωτογραφία χαμηλής ανάλυσης».

Πώς εργάστηκες για την προετοιμασία της έκθεσης;

Προσπάθησα να βρω μια δομή λειτουργική. Δούλεψα αρχικά προσπαθώντας να κάνω κάποιες θεματικές ενότητες, ή με βάση τους κωδικούς, πριν δω τα ίδια τα έργα. Η μόνη εικόνα του συνόλου των έργων που είχα ήταν η μικρή φωτογραφία χαμηλής ανάλυσης στη λίστα που μου στάλθηκε. Αυτό δημιούργησε μιαν απόσταση. Ήταν αρκετά ενδιαφέρον γιατί μέσω της απόστασης δημιουργήθηκε ο χώρος για μια ανοικτή διαδικασία. Το ότι, για παράδειγμα, είχα μπροστά μου κάτι το οποίο δεν ήταν το ακριβές έργο, δεν ήταν το έργο το ίδιο, άνοιγε πιθανότητες. Μπορούσα έτσι να διατηρήσω μιαν ανοιχτή προσέγγιση στο πώς θα έρχονταν όλα τα έργα μαζί, να ανακαλύψω τις σχέσεις που θα είχαν μεταξύ τους. Όλη η διαδικασία ήταν πολύ σημαντική. Ήταν σαν στάδια ανακάλυψης αυτού που είχα μπροστά μου. Πήγα στα κτήρια της cyta για να δω τα ίδια τα έργα, μόνο αφότου έγινε η επιλογή.

Δηλαδή σχεδίασες τον χώρο, σχεδίασες ένα σύστημα επιλογής των έργων και μετά είδες τους πίνακες. Πες μου για το σύστημα επιλογής.

Είναι απλό. Προσπάθησα να περιορίσω όσο ήταν δυνατόν την εμπλοκή μου, δηλαδή τη γνώση που μπορούσα να έχω για τον καθένα από τους καλλιτέχνες. Άρα, το πιο φυσικό για μένα ήταν να ξεχωρίσω τι ήθελα να κάνω, και έτσι σχημάτισα τις ενότητές μου. Εφόσον δεν είχα γνώση του ονόματος του κάθε καλλιτέχνη – κάποιους ίσως να αναγνώριζα μέσα από την τεχνοτροπία, αλλά για τους πλείστους δεν θα μπορούσα να υποθέσω. Έτσι, βασίστηκα στην εικόνα, στην πληροφορίες που μετέδιδε ο πίνακας, χωρίς καμιά ιστορικότητα ή αναφορά πέραν της ίδιας της εικόνας. Μετά, άρχισα να βλέπω τις πιθανές σχέσεις που θα μπορούσα να δημιουργήσω, για παράδειγμα ανάμεσα σε στοιχεία όπως τα χρώματα, τα μοτίβα, οι φιγούρες… Η ιδέα της ομαδοποίησης ήταν κάτι που με ενδιέφερε από την αρχή. Ήθελα αυτήν τη συγκέντρωση των πληροφοριών αλλά και την αλληλεπίδραση ανάμεσα στα έργα ούτως ώστε αυτό που βλέπεις και αυτό που κατανοείς να λειτουργεί σε διάφορα επίπεδα. Να αλλάζει με κάποιο τρόπο τον πίνακα, αλλά την ίδια ώρα να τον συμπληρώνει. Από την αρχή καθώς σκεφτόμουν τρόπους ομαδοποίησης και επικοινωνίας των έργων, ο μόνος τρόπος ήταν το φως. Αναζητούσα όμως τον τρόπο μέσα από τον οποίο θα δημιουργείτο ένα λειτουργικό αλλά και θεωρητικό πλαίσιο, και σε αυτό βρήκα πολύ χρήσιμο το βιβλίο της Rebecca Solnit ‘A field guide to getting lost’, όπου ερευνά και αναλύει με πολυδιάστατο τρόπο το ‘μπλε της απόστασης’.

Έτσι τοποθέτησες όλες τις ενότητες που δημιούργησες για τα έργα της εγκατάστασης κάτω από την ομπρέλα ενός γενικότερου θέματος, της ιδέας της προοπτικής, που καθόρισε την εξέλιξη της δυτικής τέχνης από τον 14ο αιώνα και μετά. Πώς χρησιμοποίησες την αναγεννησιακή ιδέα του μπλε χρώματος που συμβόλιζε το βάθος;

Το μπλε φως δημιουργεί μια διαφανή στρώση η οποία ομαδοποιεί τα έργα και τον χώρο. Οποιοδήποτε χρώμα θα μπορούσε ίσως να ομαδοποιήσει τα έργα. Αλλά η συγκεκριμένη απόχρωση του μπλε δημιουργεί μιαν απόσταση, έναν χώρο που ανοίγεται σαν αίσθημα. Αν κοιτάξουμε πίσω στη ζωγραφική του 15ου αιώνα, στην Αναγέννηση, οι ζωγράφοι συνήθιζαν να εκφράζουν την απόσταση με μπλε χρώμα. Στο βάθος τα κτήρια, τα δέντρα, τα πάντα γίνονται μπλε. Τα στοιχεία στους πίνακες που είναι μπροστά μοιάζουν σαν να βρίσκονται σε εξορία από τον μπλε κόσμο. Έναν κόσμο μυστικιστικά μακρινό. Στήνοντας την εγκατάσταση, με ενδιέφερε το φως του χώρου να μεταφέρει τον θεατή από την πραγματικότητα της Μακαρίου και του City Plaza σε μια παράλληλη πραγματικότητα στην οποία θα κυριαρχούσαν το αίσθημα της απόστασης και της επιθυμίας.

Το μπλε φως αλληλεπιδρά με τον χώρο και με τα έργα, σημειώνοντας παράλληλα τη δική σου οπτική γωνιά πάνω σε μια ομάδα έργων.

Αντιμετώπισα το στήσιμο γλυπτικά. Ο χώρος με ενδιαφέρει σαν γλυπτό. Με ενδιέφερε να δω πώς μπορούσα εγώ να ενσωματώσω αυτά τα στοιχεία. Όλη η διαδικασία είχε να κάνει με την ανακάλυψη αυτών των έργων. Επέμεινα στην ιδέα της «ανακάλυψης» και στο στήσιμο. Ο χώρος, το φως και οι σχέσεις που δημιουργήθηκαν ανάμεσα στους πίνακες έχουν στόχο να ανοίξουν τις εικόνες αυτές σε ερμηνείες, να υπάρχει μια ροή… Αντιμετώπισα την όλη διαδικασία περισσότερο σαν πρόταση παρά σαν ένα συγκεκριμένο έργο. Προσπάθησα να δημιουργήσω νέες πιθανότητες στην κατανόηση του συνόλου.
Παράλληλα, το φως επιδρά και στην υλικότητα των έργων. Τα κάνει κατά βάση λίγο αόρατα. Αυτό που βλέπεις δεν είναι ακριβώς το έργο, είναι μια πιθανή εκδοχή του έργου. Μετά, είναι ο τρόπος που όλα τα χαρακτηριστικά των έργων -από την άρτια τεχνική σε τεχνική φθορά- ενοποιούνται σε ένα άλλο πλαίσιο. Δεν μιλάς λοιπόν για «καλό ή κακό έργο» βασισμένο σε ακαδημαϊκά και αισθητικά κριτήρια, αλλά από ένα διαφορετικό επίπεδο κατανόησης, όπου η πληροφορία πολλαπλασιάζεται, διαχέεται, δεν συγκεντρώνεται. Είναι πολύ σημαντικό το πώς μπορούμε να δούμε και να κατανοήσουμε αυτούς τους καλλιτέχνες μέσα από τη σχέση και την απόσταση μεταξύ τους, χωρίς να πρέπει να καταλήξουμε στον προσδιορισμό αυτής της σχέσης. Για μένα αυτή είναι μια ενδιαφέρουσα προσέγγιση.
Δεν με ενδιέφερε η ιστορικότητα των έργων. Αυτό το ‘άνοιγμα’ της πληροφορίας που προκύπτει μέσα από τον πολυεπίπεδο χειρισμό του συνόλου είναι πολύ σημαντικό για να δούμε τι ακριβώς έχουμε μπροστά μας. Να κατανοήσουμε τα έργα για αυτά που είναι, στην απλότητα αλλά και την πραγματικότητά τους, και μετά να αρχίσουμε να μελετούμε.

Πολύς κόσμος αντιλήφθηκε την εγκατάστασή σου ως μια επιμελητική πρόταση.

Δεν ήταν ακριβώς επιμελητική πρόταση. Απλώς αντιμετώπισα τα δεδομένα που είχα μπροστά μου με τον ίδιο τρόπο που αντιμετωπίζω το σύνολο της δουλειάς μου. Για μένα προτεραιότητα ήταν να δημιουργήσω μιαν εμπειρία και όχι μια παρουσίαση καλλιτεχνών και έργων. Είναι μια σειρά από δεδομένα που για μένα είναι σημαντικά: το ότι γίνεται στον συγκεκριμένο χώρο, το ότι κατασκευάστηκε ένας χώρος ειδικά για το έργο και το ότι περνάς από ένα αποσπασματικό περιβάλλον σε ένα ενοποιημένο περιβάλλον με έναν ενδιάμεσο χώρο 70 εκατοστών ο οποίος λειτουργεί σαν στάδιο ανάμεσα στο μέσα και το έξω.

Πόσο δύσκολο ήταν να δουλέψεις με έργα άλλων καλλιτεχνών;

Είναι ένα θέμα που με απασχόλησε πολύ, με δημιουργικό τρόπο όμως. Είχα να συνεργαστώ με τα έργα δεκαεννέα καλλιτεχνών και προσπάθησα να τα αντιμετωπίσω με σεβασμό. Ποτέ όμως δεν έδωσα περιθώριο στον σεβασμό να μετατραπεί σε περιορισμό. Με απασχολούσε επίσης το πώς οι ίδιοι οι καλλιτέχνες θα αντιμετώπιζαν αυτήν την ιδιόμορφη συνεργία στον χώρο. Μιλώντας με κάποιους από αυτούς στα εγκαίνια, νομίζω πως το εγχείρημα πέτυχε.

Στην εγκατάσταση εστίασες [οπτικά] στη δημιουργία σχέσεων ανάμεσα στα έργα και είναι ένα ενδιαφέρον σημείο γιατί σπάνια βλέπουμε τέτοια έργα να παρουσιάζονται με τρόπο που να επιδιώκεται αλληλεπίδραση είτε με ανθρώπους, είτε με ιδέες είτε με άλλα έργα. Οι εκθέσεις στις οποίες παρουσιάζονται τέτοια έργα έχουν συνήθως ως μοναδικό σκοπό τη συμβατική, «εκπαιδευτική» και αυτοαναφορική παρουσίασή τους: στο σωστό ύψος, με το σωστό φως και τις πληροφορίες του κάθε έργου.

Ακριβώς και επίσης το ότι μπορούν να γίνουν τέτοιες προσπάθειες με μικρό προϋπολογισμό και εκτός του χώρου των ιδρυμάτων είναι σημαντικό. Τελικά αυτός ο τόπος τι χρειάζεται; Χρειάζεται εκθέσεις οι οποίες αναλώνονται στην επανάληψη μέσα από έναν στεγνό ακαδημαϊσμό; Δεν νομίζω. Χρειάζεται να προσπαθήσουμε την αποδόμηση της «ζώνης ασφαλείας» η οποία περιορίζει τη δημιουργία δυναμικής, για να μπορέσει να δημιουργηθεί ένα νέο πλαίσιο, μέσα στο οποίο θα μπορέσουν να ευδοκιμήσουν ενδιαφέρουσες σχέσεις αλλά και αντιθέσεις.

Τον τελευταίο καιρό άρχισε να βγαίνει στην επιφάνεια ένα θέμα που απασχολεί διάφορους καλλιτέχνες και πρωτοβουλίες και έχει να κάνει με την έλλειψη συστημάτων προσέγγισης των έργων, από το παρελθόν της κυπριακής τέχνης. Με αυτή την έννοια είναι σημαντικό ότι τα πλείστα έργα στο «Between a Woman and a Mountain» είναι έργα γνωστών ζωγράφων, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται και οι «πατέρες» Διαμαντής και Κάνθος;

Μάλλον είναι σημαντικό όχι γιατί έχω ‘Διαμαντή’ και ‘Κάνθο’ σαν μονάδες, αλλά επειδή ο Διαμαντής και ο Κάνθος είναι μέρος ενός συνόλου χωρίς να επιβάλλονται. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε η διαδικασία επιλογής των έργων μέσα από τη λίστα αρχειοθέτησης που μου δόθηκε από την cyta. Ποιο είναι αυτό το σύστημα; Με ποιον τρόπο δουλεύει; Αυτή η αποκωδικοποίηση ακόμα και σε επίπεδο συνειρμών είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Όλα αυτά τα στάδια και τα όρια που έθεσα [για την επιλογή των 19 έργων] που με οδήγησαν στους διαδρόμους και τα γραφεία όπου βρίσκονταν αυτά τα έργα… δημιούργησαν μια καφκική ατμόσφαιρα. Δεδομένου ότι κάποιοι από τους υπαλλήλους στη cyta θα περάσουν από την έκθεση, είμαι περίεργος για το πώς θα αντιμετωπίσουν τα έργα μετά την εμπειρία της έκθεσης και αφότου αυτά επιστραφούν και πάλι στα γραφεία. Μπορούν τα έργα να κρατήσουν λίγο από το μπλε της απόστασης;

Είναι επίσης κάτι που αρχίζει να παίρνει σχήμα μέσα από καλλιτέχνες αυτής της γενιάς και έχει να κάνει με την επεξεργασία υπάρχοντος υλικού. Καλλιτέχνες όπως για παράδειγμα ο Χριστόδουλος Παναγιώτου που εργάζεται με αρχειακό υλικό ή η Χάρις Επαμεινώνδα με έναν άλλο τρόπο. Υπογραμμίζει την ύπαρξη μιας ανάγκης για έναν διαφορετικό τρόπο επεξεργασίας της γνώσης, αλλά το ότι υπάρχουν κοινά στοιχεία σε αυτή την αναζήτηση είναι πολύ σημαντικό.

Δεν είναι πιο γενικό; Το ότι βλέπουμε έναν επαναπροσδιορισμό τού ποιοι είμαστε, τι είναι κυπριακό; Το βλέπεις και με τα φεστιβάλ που γίνονται παντού, από τη μουσική, το φαγητό… Προσπαθούμε να καταλάβουμε και να επαναπροσδιορίσουμε το ποιοι είμαστε, τι μπορούμε να κάνουμε, τι έχουμε μπροστά μας αλλά και πίσω μας. Είναι με κάποιον τρόπο και δημιουργία βάσης. Πάντα με δυσκόλευε η συνειδητοποίηση αυτής της έλλειψης. Υπήρξαν διάφορες στιγμές που κάτι πήγαινε να γίνει αλλά χάναμε το momentum. Το βλέπω αυτό που λες, και μπορώ να σου πω ότι με ενθουσιάζει η προοπτική. Πού μπορεί να πάει; Πώς μπορεί να εξελιχθεί; Μπορούμε να το χειριστούμε ή θα το αφήσουμε να ξεθωριάσει; Aυτήν τη φορά νιώθω ότι γίνεται μια σοβαρή προσπάθεια. Είμαι αισιόδοξος.

+ Το «Προσωρινό Μουσείο» είναι μια συνεργασία μεταξύ της cyta και του Φάνου Κυριάκου. Στο ισόγειο του City Plaza στη Λεωφόρο Μακαρίου στη Λευκωσία, από τις 24 Σεπτεμβρίου μέχρι τις 28 Οκτωβρίου. Το «Προσωρινό Μουσείο» θα παραμένει ανοικτό για το κοινό κατά τις μέρες και ώρες λειτουργίας του φεστιβάλ, δηλαδή από Τρίτη μέχρι Κυριακή από τις 17:00 μέχρι τις 21:00 και τα Σάββατα 11:000-14:00 και 17:00-21:00. Περισσότερες πληροφορίες για το φεστιβάλ, www.popupnicosia.com.

* Τηλέμαχος Κάνθος, Ανδρέας Μακαρίου, Μίκης Φοινικαρίδης, Xρίστος Φουκαράς, Αδαμάντιος Διαμαντής, Kαίτη Στεφανίδου, Στας Παράσχος, Νίτσα Χατζηγεωργίου, Γλαύκος Κουμίδης, Νίκος Παπαλουκάς, Ανδρέας Ασπρόφτας, Μάρλεν Καρλεττίδου, Χρίστος Χρίστου, Στέλιος Βότσης, Ανδρέας Καραγιάν, Σάββας Γεωργιάδης, Γκλυν Χιους

woman n mountain

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΕΛΕΝΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ | ΠΑΡΑΘΥΡΟ | ΠΟΛΙΤΗΣ

{ 0 comments… add one now }

Leave a Comment

Previous post:

Next post: