Post image for Μάριος Ιωάννου: Το θέατρο είναι «κουμέρες»

Μάριος Ιωάννου: Το θέατρο είναι «κουμέρες»

09/04/2012

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως

«Πρώτα ήταν ο μονόλογος ‘Το Ημερολόγιο ενός τρελού [μουσικού]‘, που τον αποδώσαμε στα κυπριακά. Με τον ‘Βόιτσεκ’ ήταν λίγο κείμενο, δεν υπήρχαν άλλοι ηθοποιοί, προσπάθησα με ένα κασετόφωνο και δύο λάμπες να δοθούν άλλοι εφτά ρόλοι. Μετά φόρεσα μια φούστα που έφτιαξε η Μελίτα [σ.σ. Κούτα] και είπα ‘Ιφιγένεια’. Τι έπαιξα μέχρι τώρα για να δώσω έναν ρεαλισμό και να πει κάποιος ‘τελικά αυτός ο άνθρωπος είναι φυσιολογικός ηθοποιός’;».

Ο Μάριος Ιωάννου είναι μια κατηγορία ηθοποιού από μόνος του. Έγινε γνωστός στο μέσα από την εμφάνισή του σε τηλεοπτικές σειρές, ωστόσο εκεί όπου δημιουργεί «θέμα» -υπέροχος για τους πολλούς και ακατανόητος για κάποιους- είναι στο θέατρο. Έχει παίξει και στον κινηματογράφο, και μάλιστα στο επερχόμενο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου «Κινηματογραφικές Μέρες Κύπρος 2012″ θα έχουμε την ευκαιρία να τον δούμε πρωταγωνιστή στην ταινία του Ηλία Δημητρίου «fish n’ chips». Και εκεί, θα είναι ένας «φυσιολογικός» ηθοποιός. «Ο χαρακτήρας μου σε αυτή την ταινία είναι ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας. Χίλιες φορές ρεαλισμός. Ένας τσιάρλης που μιλά κόκνεϊ, έναν φαλακρούι που περπατά στους δρόμους, τηγανίζει ψάρια και πατάτες, και δεν έχει τίποτα από ‘γκράντε’ ηθοποιό».

Έκτος από την ταινία «fish n’ chips», ο Μάριος Ιωάννου εδώ και ένα μήνα γυρίζει στα χωριά της Κύπρου με τον περίφημο μονόλογο του Νικολάι Γκόγκολ «Το Ημερολόγιο ενός τρελού», μια διασκευή που αποδόθηκε στην κυπριακή διάλεκτο, σε σκηνοθεσία Σπύρου Χαραλάμπους. Ήταν το πρώτο έργο που παρουσίασε στην Κύπρο μετά την επιστροφή του από την Αθήνα, για το οποίο διεκδίκησε το βραβείο καλύτερου ανδρικού ρόλου στα Βραβεία Θεάτρου ΘΟΚ. Μάλιστα είχε απέναντί του στα βραβεία τον Βαρνάβα Κυριαζή, ο οποίος διεκδικούσε επίσης το βραβείο για τον ίδιο μονόλογο. Περιττό να αναφέρουμε ποιος κέρδισε.

Ό,τι ακολουθεί είναι η εμπειρία του ως περιοδεύοντος… ατομικού θιάσου στα χωριά και στις Κεντρικές Φυλακές, η αγωνία του για την ταινία «fish n’ chips» και την πρώτη της προβολή στην Κύπρο, και για τις δύο νέες σκηνοθετικές του δουλειές: τις Τρωάδες με τους μαθητές του και την Betty Oops με τη Δανάη Χρίστου.

Ποπ κορν

«Είναι αθώο το κοινό στα χωριά, όπως τα μωρά. Και απ’ αυτά μπορείς να ακούσεις την αλήθεια. Ακόμη και σε σημεία όπου ήξερα ότι το κοινό κλαίει, αυτοί γελούν. Τρώνε ποπ κορν, μια καφετζίνα έφτιαχνε φραπέ σε όλη τη διάρκεια της παράστασης και ένας κύριος, περνώντας από το παράθυρο του καφενείου, φώναξε ‘μα είντα κάθεστε τζι ακούετε τον πελλόν σιόρ;. Στο τέλος όμως το χειροκρότημα είναι πάντα ζεστό, τα κεράσματα και η αίσθηση φιλίας πολλή. Και βεβαίως με ρωτούν όλοι για την τηλεόραση: είναι και λίγο χαζό αλλά το αντιμετωπίζω συχνά. Με το που με βλέπουν με ρωτούν ‘γυρίζουμεν τίποτε τωρά;’. Και θεωρούν ότι πρέπει να ρωτήσουν για πέντε γνωστούς ηθοποιούς που βλέπουν στην τηλεόραση, για πέντε σίριαλ, για την υπόθεση του κάθε σίριαλ. Και θέλει προσπάθεια να τους θυμίσεις ότι έχουμε να μιλήσουμε για πιο σημαντικά πράγματα. Αλλά βλέπεις πόσο η τηλεόραση έχει δουλέψει καταπληκτικά πάνω στον σύγχρονο άνθρωπο στην Κύπρο. Λοβοτομή. Και πρόσφατα έμαθα ότι αυτή η λοβοτομή έχει ρίζες στην Αρχιεπισκοπή, η οποία επενέβη στη διακοπή ιστορίας ομοφυλοφιλικού έρωτα σε σίριαλ».

Λουκάνικα

«Ανεβάζοντας το ‘Ημερολόγιο’ στα χωριά, επέστρεψα στην ηλικία των 14 χρονών. Ήθελα να θυμηθώ τους λόγους που αγαπώ το θέατρο. Επέστρεψα λοιπόν σε εκείνη την ηλικία όταν πηγαίναμε σε σπίτια παιδικών φίλων, φορούσα μια μάσκα και ετοιμάζαμε με την αδελφή μου ένα δρώμενο μέσα στην κουζίνα, πάνω από τα μανιτάρια και τα λουκάνικα, και το δείχναμε. Ή, στο νοσοκομείο, λίγες μέρες πριν φύγει από τη ζωή η νονά μου, όταν παίξαμε θέατρο μπροστά της. Είναι μια παράσταση που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Αυτή και μερικές άλλες. Αυτό είναι. Η ανάγκη να υποδυθώ χωρίς προβολέα, χωρίς επίσημους από κάτω, χωρίς κριτικούς, χωρίς διανοούμενους, χωρίς τα φτιασίδια που μπαίνουν σιγά-σιγά στο θέατρο και σε βγάζουν από την πρωτόλεια αλήθεια: η οποία είναι ότι παίζω κουμέρες και προσπαθώ να συγκινήσω παίζοντας κουμέρες. Και να βλέπω ότι το υλικό μου ήταν και είναι πάντα -από τα δώδεκά μου- το ίδιο. Κι ας έχω στα χέρια μου το κείμενο του Νικολάι Γκόγκολ, το οποίο έχει κώδικες και είναι ένα κλασικό θεατρικό κείμενο. Μέσα στο καφενείο, η πρόθεση είναι να συγκινήσω, από τη στιγμή που αποφασίζω να το κάνω. Τα υλικά τα βρίσκεις εκεί απ’ όπου ξεκίνησες. Με μεγάλωσε, ως ηθοποιό, αυτή η περιοδεία. Είμαι σίγουρος ότι η επόμενή μου δουλειά θα είναι καλύτερη εκφραστικά. Είδα ξανά τον άνθρωπο σε πιο γυμνή και αρχέγονη κατάσταση. Όλη η διαδρομή με έμαθε ξανά, γιατί πολλές φορές αναρωτήθηκα γιατί υπάρχει το θέατρο, γιατί το κάνουμε: για να επιχορηγεί το κράτος πέντε άτομα που συμπαθεί και να ανεβάζουν ή να ανεβάζουμε -γιατί μπορεί να με συμπαθεί κι εμένα- κάτι για το οποίο θα πηγαίνουμε οι μισοί να χαϊδεύουμε τους άλλους μισούς; Να πάω εγώ να δω τη φίλη μου που σκηνοθετεί και είναι αρκετά διανοούμενη και να της πω τα φιλοσοφικά μου για το έργο της; Γιατί γίναμε όλοι κριτές. Βγαίνουμε από το θέατρο, «πώς σου φάνηκε;», κι ακολουθεί αμέσως μια ανάλυση. Λειτουργούμε με το μυαλό, όχι με το αίσθημα. Το θέατρο πια γίνεται για να προκαλεί νοητική επεξεργασία, όχι για να βγει ο θεατής και να είναι συγκινημένος, άσχετα αν εικαστικά ήταν χάλια ή αν ήταν κιτς. Μου ξανάνοιξε λοιπόν την όρεξη για θέατρο».

Το Ημερολόγιο ανέβηκε και στις Κεντρικές Φυλακές, έπειτα από πρόσκληση της Ζωής Κυπριανού, η οποία για χρόνια διδάσκει θέατρο εκεί. «Έμαθα στις φυλακές ότι οι δολοφόνοι, οι βιαστές, οι έμποροι ναρκωτικών, όλοι μπροστά στο φαινόμενο του θεάτρου, όταν έχει μια αλήθεια, γελούν σαν μωρά. Στις φυλακές είχαν απίστευτες απορίες. «Ποιος είσαι τώρα;», μου είπε κάποιος όταν τέλειωσε η παράσταση, ντύθηκα και επέστρεψα για να κάνουμε μια συζήτηση. Ένας άλλος με ρώτησε «Γιατί δεν το παίζετε σε ψυχιατρείο; Θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον για τους τροφίμους». Και κάποιος τρίτος μου είπε «Δουλέψατε με method acting;». Ήταν πολύ εκλεπτυσμένο κοινό. Θα ήθελα να παίξω αυτή την παράσταση και αλλού, για παράδειγμα στο Ριζοκάρπασο, για να καταλάβω τις διαφορές από κοινό σε κοινό: πώς αντιδρούν οι άνθρωποι που επέλεξαν να ζουν ελεύθεροι πολιορκημένοι; Πώς αντιδρούν εκείνοι που είναι φυλακισμένοι; Πώς αντιδρούν όσοι ζουν σε χωριά στο βουνό και πώς εκείνοι που ζουν κοντά στη θάλασσα; Νομίζω πως είναι μια πολύ ιδιαίτερη ανθρωπολογική έρευνα.

Fish n’ chips

Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Ηλία Δημητρίου με τίτλο «fish n’ chips» θα προβληθεί σε παγκύπρια πρεμιέρα στις 20 Απριλίου στο Ζήνα Πάλας Λευκωσίας και ξανά στις 26 Απριλίου στο Θέατρο Ριάλτο Λεμεσού. Στην ταινία, ο Μάριος Ιωάννου κρατά το ρόλο του Άντι, ενός σκληρά εργαζόμενου Κύπριου μετανάστη στο Λονδίνο, ο οποίος αποφασίζει να επιστρέψει στην -ιδανική στη μνήμη του- Κύπρο, για να ανοίξει το δικό του fishάδικο. Τα πράγματα όμως δεν πάνε όπως τα φανταζόταν. Η ταινία ταξίδεψε σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, κάνοντας την παγκόσμια πρεμιέρα της στον Καναδά και κερδίζοντας το κοινό: «Ανυπομονώ να δω την ανταπόκριση που θα έχει η ταινία στην Κύπρο. Όπως κι αν το εξέλαβαν σε άλλες χώρες, το θέμα της είναι περίεργο, είναι για εδώ, για αυτόν τον τόπο. Θέλω να δω τι θα πουν οι Κύπριοι. Αν θα θυμώσουν. Αν εκείνοι που είναι πιο κοντά στην Εκκλησία [δεν κατάλαβα ποτέ γιατί η Δεξιά και η Εκκλησία θεωρείται πως πάνε μαζί] θα πουν «όχι» στην ταινία. Αν οι Αριστεροί, που υποτίθεται πως είναι πιο ανοιχτοί στο διάλογο με τους «απέναντι» [ούτε αυτό το καταλαβαίνω], θα τη δεχτούν πιο εύκολα.

Κοκτέιλ

«Όλα με οδηγούν σε ένα λαϊκό θέατρο. Τώρα σκηνοθετώ τη Δανάη Χρίστου στο Betty Oops και μαθαίνω καινούργια εργαλεία. Μαθαίνω ένα πιο λαϊκό είδος θεάτρου. Λαϊκό με την έννοια ότι προσκαλώ τον κόσμο πριν πάει να χορέψει να έρθει σ’ αυτή την παράσταση. Το έγραψα εγώ, απενοχοποιήθηκα εντελώς ως προς τις ευθύνες μου. Το σκεπτικό ήταν να γραφτεί κάτι με θέμα τις γυναίκες που θυματοποιήθηκαν από τη βιομηχανία του θεάματος. Είχα διαβάσει ένα βιβλίο για τη Μέριλιν Μονρόε, μετά βρήκα μια συνέντευξή της και λυπήθηκα, έπειτα βρήκα ένα ποίημα που έγραψε η Σύλβια Πλαθ προς τη Μέριλιν Μονρόε. Με ενδιέφερε να δω όλα αυτά τα σχήματα στα οποία ζούμε: ο έρωτας είναι σχήμα, η γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου έχει το σχήμα της κόκκινης καρδούλας, τα Χριστούγεννα έχουν το σχήμα του Αϊ-Βασίλη. Δανειζόμενος το σχήμα μιας εικόνας ανθρώπων που οι μισοί νομίζουμε ότι είναι ευτυχισμένοι και προσπαθούμε να μιμηθούμε ενώ πιθανώς να υποφέρουν, προσπάθησα να κοιτάξω αυτό το τοπίο. Με χιουμοριστικό τρόπο. Δανείζομαι το ταμπεραμέντο της Δανάης Χρίστου, η οποία το δίνει απλόχερα στις πρόβες. Έχει μια απίστευτη αίσθηση ρυθμού, μιας λαϊκής θεατρίνας, τύπου Σπεράντζα Βρανά. Έχει μια έκρηξη, μπορεί να κάνει φοβερά νούμερα, κι εγώ σέβομαι πολύ αυτό το είδος του θεάτρου. Έχει μια αυθεντικότητα. Όπως και η ίδια ως προσωπικότητα.
Τελικά, είμαι Αριστερός ως καλλιτέχνης, με την έννοια ότι ψάχνω πάντα το λαϊκό. Δεν θα μπορούσα να είμαι εκεί όπου το εισιτήριο είναι 50 ευρώ και τα κτήρια τεράστια και ακολουθεί κοκτέιλ πάρτι. Δεν μου ταιριάζει. Θα με ενδιέφερε να παίξω τον Άμλετ σε ένα σπουδαίο θέατρο, αλλά για να βρω και να αποδώσω τον Άμλετ θα έψαχνα να τον βρω στο περιθώριο, μέσα στον λαϊκό κόσμο, μέσα σε ένα χωριό, να δω αν ζει και εκεί. Δεν θα ήταν κάποιος που πίνει τσάι. Δεν είμαι ο Μαρκουλάκης. Είμαι Παζολινικός. Μ’ αρέσει η Παναγία του Παζολίνι που κρατά αμυγδαλιά, είναι η μάνα του κι έχει ρυτίδες. Εκείνη του Τζεφιρέλι… φτάνει. Γιατί μας παραπλανεί πως είναι μια πανέμορφη πανευρωπαϊκού τύπου γυναίκα. Του Παζολίνι έχει ρυτίδες, όπως και η μάνα του ’74 που έκλαιγε τον γιο της. Σε μια συνέντευξη που μου έδωσε η Μελίνα Μερκούρη όταν ήμουν 18 χρονών, στο Ράδιο Κόσμος, τη ρώτησα ποια είναι η σχέση της Κύπριας μάνας με την Ελληνίδα μάνα. «Κι οι δυο φοράνε μαύρο μαντήλι», είπε. Έτσι και η Παναγία. Γι’ αυτό αγαπώ τον Παζολίνι, τον Τσαρούχη, τον Παπαϊωάννου στις πρώτες του δουλειές, την Μπέλλου, την Κάλλας. Την βρίσκω λαϊκή την Κάλλας, με την έννοια ότι έγινε εξώφυλλο για τον πολύ κόσμο, παρότι ανήκε σε ένα -και καλά- εκλεπτυσμένο κόσμο».

Πόπαστον

«Μου λείπει να παίξω. Να βρω έναν σκηνοθέτη που να τον αγαπήσω σαν φίλο, να μην πετάξουμε τραπέζια ή καρέκλες, πράγματα που ακούω ότι συμβαίνουν στο θέατρο. Να είμαι με έναν άνθρωπο πάνω στη σκηνή, ή με δύο ή τρεις. Αλλά να μην είμαι στον ΘΟΚ. Δεν με ενδιαφέρει το ωράριο. Το ότι θα πρέπει να είμαι κάπου όπου θα πρέπει να παράγω τέσσερις ρόλους το χρόνο το βρίσκω άδικο. Παρότι καταλαβαίνω ότι βολεύει κάποιους ανθρώπους, και μακάρι να μπορούσαμε να έχουμε όλοι μισθό απ’ τον ουρανό. Τι να πω;
Το όνειρό μου είναι να κάνω ένα τσίρκο slapstick, με κωμικά νούμερα, βγαλμένα από ένα κινούμενο τσίρκο, αλλά με νούμερα που να έχουν λόγο: να υπάρχει ο μονόλογος της ισορροπίστριας, της θηροδαμάστριας που έπαθε κατάθλιψη το λιοντάρι της και δεν κάνει κόλπα πια. Μια παράσταση που να στήνεται με τέντα τσίρκου και να ταξιδεύει. Όσο μεγαλώνω τόσο περισσότερα χρώματα θέλω. Όπως ένα μωρό.

Είναι κουμέρες το θέατρο, γιατί έν’ κουμέρες τζαι η ζωή. Έν’ έναν πάρα πολλά όμορφο παιχνιδούι μέσα στο παιχνίδι που ζούμε. Όλα τα άλλα ήρθαν και του έδωσαν μια σοβαρότητα, το έκαναν επιστήμη, έγινε θεατρολογία. Το καταλαβαίνω, στην ουσία του όμως είναι αυτό: να σε κάνω να νιώσεις. Ένιωσες; Αυτό είναι.

{ 0 comments… add one now }

Leave a Comment

Previous post:

Next post: