Post image for Βιβλίο | Έχουνε όλοι κακούς σκοπούς

Βιβλίο | Έχουνε όλοι κακούς σκοπούς

27/08/2013

Γράφει η Αίγλη Τούμπα

«Έχουνε όλοι κακούς σκοπούς»

Της Χίλντας Παπαδημητρίου

Εκδόσεις Μεταίχμιο

σελ. 348

Έμπειρη μεταφράστρια και νυν μυθιστοριογράφος, η Χίλντα Παπαδημητρίου μάς είχε ξαφνιάσει ευχάριστα με το πρώτο της μυθιστόρημα «Για μια χούφτα βινύλια», ένα πάντρεμα μουσικής με αστυνομική πλοκή και σασπένς… Μια απρόσμενη σχέση που άρεσε, μια νέα ανανεωμένη φόρμα που δίνει στους αναγνώστες του αστυνομικού μυθιστορήματος μια άλλη καινούργια εμπειρία: το έγκλημα συναντά την τέχνη.

Οι κλασικοί αναγνώστες του είδους νιώθουν ότι απουσιάζει η τιμωρία των ενόχων ή η αποκατάσταση των αθώων, εντούτοις δείχνουν να το απολαμβάνουν και να το αποζητούν.

Γνώριμες για τη συγγραφέα οι «προδιαγραφές» ενός αστυνομικού μυθιστορήματος που περνάει στην πλευρά των «ανανεωτών» του είδους, με μια μαεστρία την οποία σίγουρα κατέκτησε μετά από μετάφραση πλήθους απαιτητικών βιβλίων αλλά και από την προϋπηρεσία της στη μουσική:

«Είχα ένα φόβο απέναντι στο γράψιμο. Βέβαια, η μετάφραση είναι πολύ μεγάλο σχολείο. Σκεφτείτε μόνο ότι ένας μεταφραστής αναγκάζεται εκ των πραγμάτων κάθε τρεις μήνες να αλλάξει ύφος και ατμόσφαιρα», αποκαλύπτει η Παπαδημητρίου.

Το εξώφυλλο του βιβλίου σε παραπέμπει σε «μουσικό» βιβλίο, αλλά η ανατροπή γίνεται μέσα από τις σελίδες και αποκαλύπτεται ένα πολυφωνικό αστυνομικό μυθιστόρημα, όπου ο Χάρης Νικολόπουλος, ο ήρωάς της, «μπλέκεται» για άλλη μια φορά σε μουσικά μυστήρια και καλείται να τα εξιχνιάσει. Στο προηγούμενο βιβλίο είχαμε μια δολοφονία ενός συλλέκτη δίσκων βινυλίου, στο καινούργιο της μυθιστόρημα την ελληνική ροκ σκηνή, τα συγκροτήματα, ελληνικό και ξένο ροκ, στίχοι τραγουδιών, Ταξιαρχίες, Φατμέ, Εξάρχεια, Παγκράτι, Κολωνάκι…

Έχουνε όλοι κακούς σκοπούς

Καλοκαίρι του 2007. Ύστερα από απανωτές αναποδιές, ο αστυνόμος Χάρης Νικολόπουλος ξεκινάει επιτέλους τις διακοπές του στα Χανιά. Πριν προλάβει όμως να πιει την πρώτη ρακή, τον ειδοποιούν από την Αθήνα ότι η άδειά του αναστέλλεται. O τραγουδιστής Απόστολος Μελισσηνός έχει εξαφανιστεί μυστηριωδώς μετά την τελευταία του συναυλία, στο Κάστρο του Ρεθύμνου. Πού βρίσκεται ο Απόστολος; Κρυμμένος σε κάποια έρημη παραλία; Έχει πέσει θύμα απαγωγής ή μήπως…;

Ο Χάρης ξεκινάει την έρευνα που θα τον οδηγήσει από την πόλη των Χανίων στα Σφακιά, και στη συνέχεια στην άδεια Αθήνα. Μιλώντας με παλιούς φίλους και συνεργάτες του Απόστολου, θα βουλιάξει μέσα σ’ έναν χείμαρρο πληροφοριών, θα γίνει ειδήμονας στην ιστορία των πρώτων ελληνικών ροκ συγκροτημάτων και θα εντρυφήσει στις μεθόδους των δισκογραφικών εταιρειών και στις κόντρες των επαγγελματιών μουσικών.

Κι επειδή το παρελθόν βρίσκεται πάντοτε σε απόσταση αναπνοής από το παρόν, θα ξεθάψει τις παλιές του κασέτες και θα υπενθυμίζει διαρκώς στον εαυτό του τους στίχους: «Μην τους πιστεύεις ό,τι κι αν πουν / Έχουνε όλοι κακούς σκοπούς».

hilda_vivlio1Η συγγραφέας Χίλντα Παπαδημητρίου γράφει για τους αναγνώστες του «Π»:

Στο διάστημα που μεσολάβησε από το πρώτο βιβλίο, ο αστυνόμος Χάρης Νικολόπουλος επανήλθε στην υπηρεσία δικαιωμένος και διεκδικεί πλέον το μερίδιο που του ανήκει, στη δουλειά και στη ζωή. Το φλογισμένο καλοκαίρι του 2007 πηγαίνει στα Χανιά για διακοπές, αλλά η άδειά του αναστέλλεται εξαιτίας της μυστηριώδους εξαφάνισης του δημοφιλούς τραγουδοποιού Απόστολου Μελισσηνού. Γρήγορα, ο Χάρης θα αντιληφθεί ότι όλοι οι συνεργάτες και οι φίλοι του Απόστολου κάτι έχουν να κρύψουν, και θα χρειαστεί να σκαλίσει βαθιά στο παρελθόν για να βρει τα νήματα που οδήγησαν στον φόνο του Απόστολου – και συγχρόνως στον θάνατο της ελληνικής δισκογραφίας.
Στο πρώτο μου βιβλίο, ήρωες ήταν οι συλλέκτες βινυλίων· στο δεύτερο πρωταγωνιστούν οι Έλληνες μουσικοί που είδαν τα όνειρά τους να σβήνουν στο μεροκάματο των σκυλάδικων. Πολλοί αναρωτιούνται αν είχα συγκεκριμένο μουσικό στο μυαλό μου. Ο Απόστολος δεν στηρίχτηκε τόσο σε αληθινά πρόσωπα, όσο σε εικασίες: τι θα γινόταν αν… Αν ένας Έλληνας μουσικός κατάφερνε να υλοποιήσει αυτούσια τα όνειρά του. Αν η ελληνική μουσική βιομηχανία ξεπερνούσε το στάδιο της «οικοτεχνίας» και έδινε τα ηνία σε ανθρώπους με όραμα. Αν οι ραδιοφωνικοί παραγωγοί και οι μουσικοκριτικοί είχαν την οξυδέρκεια να στηρίξουν τη μικρή ελληνική ροκ σκηνή που τους είχε περισσότερη ανάγκη από το κάθε ασήμαντο ξένο γκρουπάκι.
Στο τέλος του βιβλίου, θα ήθελα ο αναγνώστης να μένει με την αίσθηση της καμένης γης· να νιώσει ότι, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, βρισκόμαστε πάλι στο σημείο μηδέν της σύγχρονης ελληνικής μουσικής. Άρα η πορεία μόνο ανοδική μπορεί να είναι πια.

ΠΑΡΑΘΥΡΟ | ΠΟΛΙΤΗΣ

Previous post:

Next post: