Post image for Γράφοντας ως ξένος στην Κύπρο

Γράφοντας ως ξένος στην Κύπρο

20/03/2014

Tου Γιώργου Στόγια*

Οι παρουσιάσεις του βιβλίου μου «Εαρινό Εξάμηνο» στη Λευκωσία και τη Λεμεσό είχαν για μένα κάτι από όνειρο, με την έννοια ότι δεν πίστευα ακριβώς πως συνέβαιναν. Το να εκτεθώ καλλιτεχνικά στην Κύπρο, μου δημιουργεί πάντα αντιφατικά αισθήματα, μια δυσθυμία που συχνά φαίνεται ανυπέρβλητη.

Γιατί αυτό; Δεν θα έπρεπε να συμβαίνει το αντίθετο; Ένας Ελλαδίτης στην Κύπρο κουβαλά στις βαλίτσες του το πλεονέκτημα της υποτιθέμενης άνεσης στη χρήση της γλώσσας. Επίσης εγώ είχα την τύχη να μην έρθω στο νησί απλά ως οικονομικός μετανάστης, όπως πολλοί συμπατριώτες μου τα τελευταία χρόνια, αλλά παντρεμένος με μια Ελληνοκύπρια. Ο λόγος για τον οποίο ήρθα, σε συνδυασμό με το επάγγελμά μου, και βέβαια με την εποχή στην οποία ήρθα, το τόσο μακρινό και τόσο κοντινό 2003, μου εξασφάλισαν μια ομαλή κοινωνική ένταξη και μια σχετική οικονομική ασφάλεια.

Άρα, γιατί μεμψιμοιρώ; Επειδή λίγα χρόνια μετά την άφιξή μου στο νησί και αφού είχε ολοκληρωθεί η προβλεπόμενη περίοδος προσαρμογής, ένιωθα βαθιά ότι είμαι καλλιτεχνικά τελειωμένος, ότι δηλαδή, σε καλλιτεχνικό επίπεδο, δεν είχα απολύτως τίποτα ενδιαφέρον να πω, ούτε σε μένα ούτε σε κανέναν άλλον. Η απόπειρά μου το 2006 να φτιάξω μια θεατρική ομάδα (που ιδανικά θα αποτελούσε μετεξέλιξη εκείνης που ήταν το όχημα των καλλιτεχνικών μου αναζητήσεων στη φοιτητική και πρώτη μεταφοιτητική μου περίοδο), επέτεινε, παρά τη σχετική επιτυχία του μόνου έργου που ανεβάσαμε,  την αίσθηση πως ήμουν ένας ξένος σε έναν ξένο τόπο.

Ως προς τι αυτή η αίσθηση, και πώς την εξηγώ; Η τέχνη, και ειδικότερα το θέατρο ως η πιο ακάθαρτη μορφή, η πιο εξαρτημένη από την ύλη και τον αστάθμητο ανθρώπινο παράγοντα, για να είναι ζωτικής σημασίας, πρέπει να πατάει στη γη (και αυτό το εννοώ κυριολεκτικά), να έχει σχέση με τις ανησυχίες και τα προβλήματα των ανθρώπων που την κατοικούν. Πέρα από τις αμιγώς ψυχολογικές διαστάσεις (αν υφίσταται κάτι τέτοιο) του μπλοκαρίσματός μου, θέλω να σημειώσω τρία ζητήματα που πιστεύω ότι έμπαιναν ανάμεσα σε μένα και στον κόσμο που με περιέβαλλε, χτίζοντας το τείχος πίσω από το οποίο ένιωθα πολλαπλά απομονωμένος. Δε θα έπαιρνα το θάρρος να περιαυτολογήσω με αυτό τον τρόπο, εάν δεν πίστευα πως αυτά τα τρία ζητήματα είναι κομβικά για την κυπριακή ταυτότητα, και συνεπώς όποιος επιθυμεί να δημιουργήσει καλλιτεχνικό έργο στην Κύπρο οφείλει να τα αντιμετωπίσει.

Συνοπτικά, τα τρία αυτά ζητήματα είναι το ζήτημα της κυπριακής διαλέκτου/γλώσσας, το ζήτημα του εθνικού προβλήματος και το ζήτημα της ατομικότητας. Το πρώτο δεν μπορώ να το αντιμετωπίσω καθώς δεν είμαι φυσικός ομιλητής της κυπριακής γλώσσας/διαλέκτου και άρα δεν έχω την ανάγκη/υποχρέωση να εκφραστώ μέσα από αυτή, σε σύνθεση ή ενάντια σε αυτή όπως την έχει, εκ των πραγμάτων ένας ελληνοκύπριος καλλιτέχνης. Ακόμη όμως και που την παραβλέπω δίχως καμία ενοχή, η αδιαφορία μου έχει κόστος. Τοποθετούμαι, θέλω δε θέλω, σε μια προνομιούχα ετερότητα που συνδέεται ιστορικά με την εδώ νόρμα με σύνθετες σχέσεις ανωτερότητας και κατωτερότητας, κυριαρχίας και υποτέλειας, όχι αναγκαστικά μονόδρομες. Κι αν όμως εγώ μπορώ να μείνω από τη δική μου μεριά του τείχους αναπαράγοντας σε επινοημένους διαλόγους την πολυφωνία της βιωμένης μου  γλώσσας, ο ελληνοκύπριος καλλιτέχνης (και για να μην κοροϊδευόμαστε, οποιοσδήποτε ελληνοκύπριος θέλει να ελέγχει αυστηρά τον τρόπο που σκέφτεται για τον εαυτό του) είναι νομίζω υποχρεωμένος να αντιμετωπίσει ευθέως τον γλωσσικό διχασμό, έναν διχασμό που δεν περιορίζεται στις λέξεις αλλά έχει πολιτικές και ιστορικές παραμέτρους, σε σημείο που να ανάγεται σε ζήτημα ταυτότητας.

Το δεύτερο ζήτημα είναι το εθνικό. Παρότι έχω τις απόψεις μου, επηρεασμένος σίγουρα από την ταξική μου θέση, την ιδεολογική μου σκευή αλλά και από τις θέσεις της συζύγου μου Ρένας Χόπλαρου, καθώς μέσα από το δικές της αφηγήσεις έμαθα το κυπριακό, είναι σαφές για μένα ότι υπάρχουν κάποια όρια ως προς την έκφρασή τους. Όταν βρίσκομαι στην Ελλάδα μπορώ να λέω ό,τι ακριβώς πιστεύω, εδώ όμως νιώθω ότι δεν έχω απολύτως το ηθικό δικαίωμα να πράξω το ίδιο, με την έννοια πως δεν έχω χάσει δικούς μου ανθρώπους ή περιουσία. Πάλι λοιπόν αναγκάζομαι εκ των πραγμάτων σε μια απόσταση, σε μια περιθωριοποίηση, και ξέρετε, αυτή η μη αμεσότητα είναι θάνατος για την τέχνη. Ένας κύπριος καλλιτέχνης όμως, και αυτό νομίζω ότι ισχύει και για τις δυο κοινότητες, οφείλει να αντιμετωπίσει το ζήτημα, κάτι που όπως γνωρίζετε καλύτερα από μένα είναι ιδιαίτερα δύσκολο. Όποια θέση  και να διαλέξει κανείς, στα λίγα βήματα  συναντά αδιέξοδα. Τη λύση του Κυπριακού πρώτα δεν μπορούμε να τη βρούμε στο μυαλό μας (αν είμαστε βέβαια τίμιοι διανοητικά) και μετά στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Επί αυτού του θέματος, οξύμωρο για μένα συνιστά η προσπάθεια μιας μερίδας νεότερων Κύπριων καλλιτεχνών να εκφραστούν αγνοώντας τα δύο παραπάνω ζητήματα, πιο συχνά μάλιστα το δεύτερο. Το Κυπριακό είναι εκεί, ως δομή κατανόησης της πραγματικότητας, ως εσωτερικευμένη ευθύνη,  και τους στοιχειώνει αποδυναμώνοντας τις απόπειρές τους να αρθρώσουν έναν σοβαρό λόγο σε σχέση με την τέχνη τους.

Πάμε τώρα στο τρίτο ζήτημα, αυτό της ατομικότητας μέσα στην παρούσα ιστορική φάση. Εδώ ισχύει ακριβώς το αντίθετο από ό,τι με τα άλλα δύο: έχω να πω χίλια πράγματα, αυτό είναι ουσιαστικά το θέμα του μυθιστορήματός μου: η διαμόρφωση της προσωπικότητας. Δεν είναι τυχαίο που διαδραματίζεται σε ένα πανεπιστήμιο, στον χώρο που θεσμικά είναι επιφορτισμένος με την έρευνα, με την αναζήτηση της γνώσης σε αντιδιαστολή με τα έτοιμα σχήματα της παράδοσης, της αυθεντίας και της εξουσίας, αλλά και με τη διδασκαλία της επιστημονικής μεθόδου στους  «καλύτερους» των νέων.

Η ατομικότητα βέβαια ως καθαρή συνθήκη δεν υπάρχει, κανείς δεν είναι απολύτως ανεξάρτητος από τα εξωτερικά στοιχεία που τον ορίζουν (και πάλι ο όρος «εξωτερικά» είναι ολισθηρός, τι είναι π.χ. το φύλο, εσωτερικό ή εξωτερικό;) Αυτό όμως που μπορεί να υπάρξει είναι το αίτημα της ελευθερίας, η επιθυμία να ελέγξουμε όσο περισσότερο γίνεται την ατομική μας μοίρα αλλά και να πολλαπλασιάσουμε  τις δυνατότητές μας για συνεχώς μεγαλύτερο πλούτο εμπειριών. Με αφετηρία, στους νεότερους χρόνους, το διαφωτιστικό πρόταγμα, αυτή είναι μια μεγάλη περιπέτεια της ιστορίας των Ιδεών, που μεταμόρφωσε τον τρόπο ζωής αρχικά εντός αυτού που ονομάζουμε «δυτικό πολιτισμό» και στη συνέχεια τον κόσμο ολόκληρο, όχι πάντα βέβαια προς όφελος του τελευταίου. Πιο πρόσφατο επεισόδιο αυτής της περιπέτειας αποτελεί η λεγόμενη πολιτιστική επανάσταση της δεκαετίας του ’60 με τα αιτήματα που διατυπώθηκαν σε εκείνη την περίοδο, πολιτικά, αισθητικά, με την αντικουλτούρα, το φεμινισμό, το αγκάλιασμα των αντιαποικιακών κινημάτων, τον μεταδομισμό, το ειρηνιστικό κίνημα, τις διάφορες ουτοπίες, τον νέο οριενταλισμό σε σχέση με τις ανατολικές θρησκείες κ.α. Η ιδέα της ατομικότητας όπως είναι σήμερα, στη συγκεκριμένη φάση της καπιταλιστικής ανάπτυξης, έχει δομηθεί μέσα από τις πράξεις, τις παραλείψεις, τις επιτυχίες, τις αποτυχίες της πολιτιστικής επανάστασης της δεκαετίας του ’60, και βέβαια μέσα από τις μυθολογίες που την ακολούθησαν. Για να δώσω ένα απλό παράδειγμα, η ιδέα για το «περιεχόμενο» της παιδικής ηλικίας μας έρχεται βασικά από εκείνη την εποχή και επηρεάζει τον τρόπο με τον οποία ανατρέφουμε τα παιδιά στην οικογένεια και στο σχολείο.

Αυτά είναι τα θέματα που πραγματεύομαι και στο μυθιστόρημα. Η προσπάθεια της ηρωίδας να βρει την ελευθερία, να αυτονομηθεί σε σχέση με όσα την περιορίζουν και φαίνεται να καθοδηγούν τα λόγια και τις πράξεις της πέρα από τη θέλησή της, η επιθυμία να υποτάξει το τυχαίο στη βούληση. Και φυσικά σε κάθε τέτοιο αγώνα, όπως το ξέρουμε όλοι, συναντούμε τους γονείς μας, και, είτε είναι ζωντανοί είτε πεθαμένοι ως φυσικά πρόσωπα, συναντούμε τα φαντάσματά τους.

Ωραία, άρα αφού το ζήτημα της ατομικότητας είναι το θέμα του βιβλίου και έχω πράγματα να πω, ποιο είναι πάλι το πρόβλημα, γιατί νιώθω πάλι ότι βρίσκομαι πίσω από ένα τοίχος; Επειδή υπάρχει μια διάσταση στον κώδικα. Προσπαθώ να το πω ευγενικά. Δύο πράγματα, αλληλένδετα:

Από τη μια, η κυπριακή κοινωνία συνεχίζει να λειτουργεί στο βάθος παραδοσιακά, κοινοτιστικά, δίχως δηλαδή να θεωρεί χρήσιμη και σημαντική την αναζήτηση της ατομικής ελευθερίας. Μπορούμε να παρατηρήσουμε πάρα πολλές εκφάνσεις αυτής της υπόγειας πραγματικότητας: τον «εθναρχικό ρόλο» της εκκλησίας, την κλειστότητα των έμφυλων μοντέλων, την ατροφική σύνδεση των Πανεπιστημίων με την πολιτική και πολιτιστική ζωή των πόλεων (κάτι που είναι ιδιαίτερα έντονο σε σχέση με τη φοιτητική ζωή, ή καλύτερα την «απουσία» της, όπως την αναγνωρίζουν όσοι σπούδασαν αλλού).

Από την άλλη, η γνώση και η εκτίμηση για τα επιτεύγματα της πολιτιστικής επανάστασης είναι περιορισμένες, κάτι βέβαια που σχετίζεται με τη δεσπόζουσα θέση του εθνικού ζητήματος στην πνευματική ζωή του τόπου. Πιο απλά, τα αυτονόητα των πολλαπλών χειραφετήσεων του ’60 εδώ δεν είναι αυτονόητα (αντιλαμβάνεστε, εδώ υπάρχει ένας φαύλος κύκλος σε σχέση με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω για το εθνικό ζήτημα). Όταν συναντάμε στην Κύπρο άτομα που έχουν αναπτύξει και επεξεργάζονται μια κριτική σχέση με ιδέες όπως πχ του έθνους, της θρησκείας, του κοινωνικού φύλου αυτό αποτελεί εξαίρεση και όχι τον κανόνα. Επίσης, όπως σε κάθε ιστορική κοινωνία που οργανώνεται κοινοτιστικά, η Τέχνη αντιμετωπίζεται υπό το πρίσμα του λειτουργισμού και όχι αυτόνομα, ως δηλαδή να βρίσκεται εκεί για να υπηρετήσει άλλες, σημαντικότερες, προτεραιότητες. Συνέπεια αυτής της στάσης είναι το χαμηλό κύρος και η χαμηλή διάδοση που απολαμβάνουν συνήθειες όπως η ανάγνωση απαιτητικών βιβλίων, η παρακολούθηση κινηματογράφου κλπ.

Να το πω πιο απλά, σε μια μέση κυπριακή παρέα, το να υπάρχει κάποιος που γνωρίζει το έργο του Μπέργκμαν ή του Frank Zappa, ένας που κουβαλάει πάντα στην τσάντα του ένα μυθιστόρημα, είναι μειονέκτημα για τον ίδιο, τον καθιστά παράξενο σε σχέση με το κυρίαρχο πρότυπο και θα πρέπει να αποδείξει ότι δεν είναι ελέφαντας. Η λογοτεχνία είναι για τα παιδιά, με μέτρο πάντα, κι από κει και πέρα για κάποια ελαφρόμυαλα κορίτσια, τις κουλτουριάρες, και τους ομοφυλόφιλους, κάτι βέβαια που δε βρίσκεται αναγκαστικά σε διάσταση με τον υποκριτικό σεβασμό σε εθνικούς ποιητές και συνθέτες, ή την ειλικρινή απόλαυση της παραδοσιακής μουσικής. Μια δευτερεύουσα συνέπεια αυτής της κατάστασης είναι η εσωστρέφεια της σύγχρονης κυπριακής καλλιτεχνικής παραγωγής, η διαφαινόμενη για εμένα απουσία διάθεσης επικοινωνίας και κριτικής αλληλεπίδρασης με ό,τι συμβαίνει εκτός νησιού. Κατά τη γνώμη μου, το γεγονός ότι σε ελλαδικό βιβλιοπωλείο δεν έχω δει βιβλίο Κύπριου λογοτέχνη από κυπριακό εκδοτικό οίκο, ή το γεγονός ότι δεν έχει έρθει ποτέ από το εξωτερικό στην Κύπρο ένας καλλιτέχνης, ένα συγκρότημα σύγχρονης δημοφιλούς μουσικής στην ακμή του, δεν μπορεί να ερμηνευτεί μόνο με οικονομικούς όρους.

Να ξεκαθαρίσω εδώ ότι δεν υπονοώ, κατά καμία έννοια, μια ποιοτική σύγκριση της ελλαδικής πνευματικής και πολιτιστικής ζωής με την κυπριακή. Πέρα από το ζήτημα του διαφορετικού μεγέθους που κάνει μια τέτοια σύγκριση άνευ νοήματος, είμαι ο τελευταίος που θα εξιδανικεύσει το τι συμβαίνει στην Αθήνα, έχω γράψει με έντονο κριτικό τρόπο για αυτήν πολλές φορές. Όμως τώρα δε μιλάμε για την Ελλάδα αλλά για την Κύπρο και καλό θα είναι να δούμε την εδώ κατάσταση δίχως ωραιοποιήσεις ή υπεκφυγές, να δούμε δηλαδή τι συμβαίνει, αν μας ικανοποιεί, κι αν όχι, προς τα πού θα θέλαμε να κατευθυνθεί.

Η θέση που θα ήθελα να έχει, ο ρόλος που θα ήθελα να παίξει το βιβλίο μου μέσα στο πλαίσιο της κυπριακής πολιτιστικής ζωής είναι η πρόκληση κυμάτων, ακόμη κι αν το βιβλίο από μόνο του δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα ναυάγιο. Το μυθιστόρημα γράφτηκε κάτω από την πίεση που ασκούσαν πάνω μου δυο έντονες δυνάμεις, δύο μεγάλα άγχη: Από τη μια ο φόβος πως με το πέρασμα του χρόνου αδυνάτιζαν οι δεσμοί μου με την Ελλάδα, συνεπώς το Εαρινό μπορεί να ερμηνευτεί ως ένα απελπισμένο ερωτικό γράμμα προς τη χώρα που παράτησα (και η χώρα βέβαια στην περίπτωσή μου δεν είναι μόνο η Ελλάδα, αλλά και η νεότητα και η αισθητική πρωτοπορία). Από την άλλη, ο φόβος ότι στην Κύπρο, όχι μόνο θα είμαι για πάντα ξένος, αλλά με τον καιρό θα αποξενωθώ και από τον ίδιο μου τον εαυτό, σε σημείο να μην αναγνωρίζω τη φωνή μου, τις ιδέες μου, την προσωπικότητά μου. Αυτές οι αγωνίες αποτέλεσαν εν μέρει το καύσιμο της γραφής μου. Κι αν τα πρώτα δύο θέματα που εξήγησα ότι θεωρώ κομβικά για την κυπριακή ταυτότητα, δεν μπορώ ευθέως να τα αντιμετωπίσω με την τέχνη μου, μπορώ κάτι να προσφέρω σε σχέση με το τρίτο, το αίτημα της ατομικής ελευθερίας, που αποτελεί και το κεντρικό θέμα του μυθιστορήματος.

* O Γιώργος Στόγιας είναι ο συγγραφέας του βιβλίου «Εαρινό Εξάμηνο», εκδόσεις Απόπειρα.

Leave a Comment

{ 0 comments… add one now }

Previous post:

Next post: