Post image for Η Αϊσέ πάει διακοπές

Η Αϊσέ πάει διακοπές

26/07/2015

Γράφει η Αίγλη Τούμπα

Κωνσταντία Σωτηρίου – εκδόσεις Πατάκη – σελ.102

Το εξώφυλλο το πρωτοείδα στην οθόνη του κινητού της Κωνσταντίνας που δεν έκρυβε τον ενθουσιασμό της… θυμάμαι την είχα ρωτήσει δυο-τρία πράγματα για το θέμα του βιβλίου… δεν της ζήτησα λεπτομέρειες… ήθελα να το διαβάσω, να το απολαύσω και να σχηματίσω τις δικές μου γραμμές!

Το βιβλίο-νουβέλα έφθασε στα χέρια μου παραμονές της 20ής του Ιούλη… 41 χρόνια από την επέλαση των Τούρκων στο νησί. Σημαδιακό, σκέφτηκα.

Ο τίτλος γνώριμος: “Η Αϊσέ πάει διακοπές”, ήταν η κωδικοποιημένη ειδοποίηση του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας της Τουρκίας για την έναρξη της εισβολής στην Κύπρο το 1974, μόνο που οι διακοπές της Αϊσέ καλά κρατούν… 41 ολόκληρα χρόνια.

Γραμμένο στη ελληνική και κυπριακή διάλεκτο, δίνει ένα προβάδισμα στο βιβλίο, οι λέξεις τρέχουν νερό, γνώριμα γεγονότα… μια γυναίκα, ένα μυστικό καλά κρυμμένο που τείνει να αποκαλυφθεί με το άνοιγμα των οδοφραγμάτων τον Μάιο του 2004, μια περιδιάβαση μέσα στη ζωή της ηρωίδας και ταυτόχρονα ένα οδοιπορικό της ιστορίας μας, από την Ανεξαρτησία μέχρι και το 2004. Δεν πρόκειται για ιστορικό βιβλίο, ούτε το “βαρύνουν” τα ιστορικά γεγονότα… μνήμες, εθνικά πάθη, μίση, καημοί, πόνος και αγάπη, που τελικά η λήθη του χρόνου δεν κατάφερε να τα κάνει να καταλαγιάσουν και βρίσκουν καταφύγιο στις σελίδες της Κωνσταντίας.

Ένα οδοιπορικό στο Κυπριακό, μέσα από περιγραφές λιτές, απέριττες, θύμισες παιδικές, νανουρίσματα, προσωπικά βιώματα , αέναος μνήμη… καταγράφουν τις ζωές των ανθρώπων πριν και μετά την εισβολή… τότε που ο χρόνος σταμάτησε και άλλαξε τη ρότα της ζωής μας.

Aπόσπασμα από το βιβλίο:
“Είκοσι Ιουλίου, το θυµάσαι πολύ καλά, είχε γίνει η µεγάλη καταστροφή. Ξύπνησες το πρωί και ήταν η λεκάνη στη ρίζα της συκιάς σου γεµάτη µε σύκα ανοιγµένα. Με το νυχτικό βγήκες έξω τα χαράµατα, πήρες το φαράσι και τη σκούπα να τα µαζεύεις. Μάζευες, µάζευες και τελειωµό δεν είχαν. Τα συκαλάκια σου, σκεφτόσουν, τα µελένια σου τα σύκα και µαράζωνες τη συκιά. Και έλεγες τι θα τρώµε τώρα τον Αύγουστο που δεν θα είχες τα συκαλάκια τα γλυκά, τι θα τρώµε τον Αύγουστο που δεν θα έχουµε σύκα. Aν δει το πλάσµαν τα σύκα να ψήννουνται εποχήν που εν ένι του τζαιρού τους, σηµαίνει µεγάλον µαράζιν. Σηµαίνει καβκάδες, καρκασαλλίκκιν, κακόν. Που τζείνα τα κακά που εν ηµπορεί να βάλει το σέριν του ούτε ο ίδιος ο Θεός. Τίποτε εν θα ηµπόρει να κάµει ο Πλάστης. Έτσι σε βρήκε η γειτόνισσα το πρωί. Ήρθε καταχαρούµενη να σου πει τα νέα. Σωθήκαµε, σου φώναξε. Σωθήκαµε. Ήρθε η µάνα µας να µας σώσει. Ήρθε η Αϊσέ να κάνει εδώ διακοπές. ‘Τι κάνεις εκεί µε τα σύκα;’. ‘Σκάσανε όλα’ της είπες. ‘Ανοίγουνε τα συκαλάκια µου τον Ιούλιο, τα µελένια µου τα σύκα που ζηλεύει όλη η γειτονιά. Σκάνε και πέφτουνε στην αυλή. Δεν θα έχουµε σύκα να τρώµε τον Αύγουστο’ είπες και βούρκωσες. Άφησες µετά τη γειτόνισσα στην αυλή και έτρεξες να ξυπνήσεις τον γιο σου. ‘Μάνα, τι γίνεται;’ σου φώναξε. ‘Ήρθε’ του είπες ‘η Αϊσέ να κάνει εδώ διακοπές. Και εµάς µας αρρώστησε η συκιά µας. Δεν θα έχουµε κάτι να την τρατάρουµε. Δεν θα µπορέσουµε τον Αύγουστο να τρώµε σύκα’. Και άρχισες ύστερα να κλαις”.

Η συγγραφέας Κωνσταντία Σωτηρίου μάς μιλά για το βιβλίο της:

Είχα δει τυχαία την είδηση τότε στον “Πολίτη” την περίοδο που είχαν ανοίξει τα οδοφράγματα και με θυμάμαι να κόβω τη σελίδα και να τη φυλάω σε ένα συρτάρι. Ήταν μια ιστορία που με είχε συγκλονίσει πολύ. Μια γυναίκα που για τριάντα τόσα χρόνια έκρυβε την πραγματική της ταυτότητα από τον περίγυρό της, από τα ίδια τα παιδιά της, που πάλευε με αυτό που ήταν και με αυτό που έγινε. Θυμάμαι πως σκέφτηκα πως θα μπορούσε να ήταν η μάνα μου. Ακόμα κι εγώ η ίδια. Και πως όλο αυτό που κουβαλούσε αυτός ο άνθρωπος ήταν μια απεικόνιση της παράλογης ιστορίας που ζούμε. Ένα κομμάτι της προσωπικής ιστορίας όλων μας. Στην πορεία στο βιβλίο προστέθηκαν πολλά άλλα. Οι αφηγήσεις της μάνας και του πατέρα μου για τη ζωή όπως την έζησαν. Η μαρτυρία για μια Κύπρο που χάθηκε. Το παράλογο της σύγκρουσης. Ο πόνος των ανθρώπων και οι επιλογές που χρειάζονται να κάνουν για την αγάπη. Και στο φόντο λοξά η ιστορία του τόπου, με τον τόπο να έχει τη δική του φωνή και να μιλά κυπριακά. Η δομή του βιβλίου, όπου συνυπάρχουν από τη μια η φωνή της γυναίκας που συνομιλεί με τον εαυτό της στην κοινή ελληνική και η φωνή του τόπου που αποκρίνεται στα κυπριακά, ήρθε στο γράψιμο φυσικά σαν ένας διάλογος που χρειαζόταν με αυτό ακριβώς τον τρόπο να γίνει. Επειδή αυτή η πολιτική, η γλωσσική και ιστορική διγλωσσία, είναι ένα κομμάτι του εαυτού μου, ο τρόπος με τον οποίο μεγάλωσα και τελικά ο μόνος τρόπος που θα μπορούσα να γράψω αυτό που έγραψα. Θυμάμαι που σαν τέλειωσα το βιβλίο με ρώτησε ένας φίλος τι είναι αυτό που έγραψα. Του απάντησα πως ήταν η ιστορία μιας Κύπριας, μιας γυναίκας το τόπου μου που χρειάστηκε να επιλέξει να γίνει αυτό που έγινε. Πως είναι μια ιστορία για τις επιλογές που κάνουμε, πως τελικά είναι μια ιστορία για την αγάπη.

Previous post:

Next post: