Post image for Για πράττε για μετάπραττε: Ο πολιτισμός των συναλλαγών στην Οθωμανική Κύπρο

Για πράττε για μετάπραττε: Ο πολιτισμός των συναλλαγών στην Οθωμανική Κύπρο

09/05/2016

Συνέντευξη στη Χριστίνα Λάμπρου

Μια ιστορία από τα Οθωμανικά χρόνια για τρεις Κύπριους -έναν Αρμένιο, έναν Τούρκο και έναν Έλληνα- με έντονη οικονομική δραστηριότητα και επιρροή εντός και εκτός του νησιού ξετυλίγει ο οθωμανολόγος δρ Αντώνης Χατζηκυριάκου, ο οποίος θα μιλήσει την ερχόμενη Κυριακή στο πλαίσιο των εκδηλώσεων για τη Διεθνή Μέρα Μουσείων

Στη διάλεξη με τίτλο “Ένας Αρμένιος, ένας Τούρκος και ένας Έλληνας: νησιωτικότητα και τοπική εξουσία στην Οθωμανική Κύπρο”, οι μικρο-ιστορίες τριών προσωπικοτήτων, του δραγομάνου Χατζηγεωργάκη Κορνέσιου, του μουχασίλη Χατζημπακκή και του έμπορου και προξενικού δραγομάνου Σαρκίς, αναδεικνύουν αθέατες πτυχές της ιστορίας και υφαίνουν συσχετισμούς με το ευρύτερο πλαίσιο της εποχής αλλά και με το παρόν…

Η διάλεξή σας στο Εθνολογικό Μουσείο/Οικία Χατζηγεωργάκη Κορνέσιου για τη Διεθνή Μέρα Μουσείων έχει τίτλο “Ένας Αρμένιος, ένας Τούρκος και ένας Έλληνας: νησιωτικότητα και τοπική εξουσία στην Οθωμανική Κύπρο”. Γιατί επιλέξατε αυτό το θέμα;

Προτίμησα να αποφύγω μια αυστηρά προσωποκεντρική προσέγγιση, όπως θα υπέβαλλε η ευκαιρία της διάλεξης στο σπίτι του Χατζηγεωργάκη. Με άλλα λόγια, δεν μελετώ τον Χατζηγεωργάκη ως ένα απομονωμένο φαινόμενο, αλλά σε σχέση με δύο συγκρίσιμες και συνδεδεμένες περιπτώσεις ιστορικών δρώντων, εντάσσοντας και τους τρεις σε ευρύτερα χρονικά, χωρικά και εννοιολογικά πλαίσια: της Μεσογείου, του οθωμανικού κόσμου, της μετάβασης από τον 18ο στο 19ο αιώνα, τα δίκτυα εξουσίας κ.τ.λ.

Ο δραγομάνος Χατζηγεωργάκης Κορνέσιος, ο μουχασίλης [διοικητής] Abdulbaki Αγάς [Χατζημπακκής] και ο έμπορος και προξενικός δραγομάνος Σαρκίς. Γιατί ασχοληθήκατε με τα τρία συγκεκριμένα πρόσωπα;

Ξεκινώντας την αρχειακή έρευνά μου στην Κωνσταντινούπολη, επέστρεψα με ένα μεγάλο όγκο εγγράφων ψάχνοντας για σημείο εκκίνησης. Διαπίστωσα ότι ένα ικανό σώμα εγγράφων αφορούσε τον Χατζηγεωργάκη, οπότε θεώρησα ότι οι οθωμανικές πηγές θα είχαν κάτι νέο να πουν. Δουλεύοντας πάνω στον Χατζηγεωργάκη, διαπίστωσα ότι πολλά συνδεδεμένα έγγραφα αφορούσαν μια άλλη γνωστή, σύγχρονή του, ιστορική προσωπικότητα, τον Χατζημπακκή. Οπότε συγκέντρωσα και πάλι όλα τα σχετικά έγγραφα και άρχισα να τα επεξεργάζομαι. Παράλληλα, πρόσεξα ότι αρκετά έγγραφα αναφέρονται σε κάποιον Αρμένιο Σαρκίς, ο οποίος ήταν μέχρι τότε άγνωστος στην ιστοριογραφία, πέρα από κάποιες μεμονωμένες αναφορές. Βλέποντας ότι οι τρεις τους ήταν από τις ελάχιστες περιπτώσεις για τις οποίες υπήρχε ένα συγκροτημένο σώμα αρχειακών εγγράφων, μου δημιουργήθηκε η υποψία ότι μέσα από τη μελέτη των τριών αυτών περιπτώσεων θα μπορούσα να απαντήσω πολύ μεγαλύτερα ερωτήματα που αφορούσαν τις σχέσεις οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής εξουσίας στην Οθωμανική Κύπρο.

Θα μπορούσατε να μας πείτε κάποια πράγματα για τον καθένα από τους τρεις καθώς και τι είναι αυτό που τους φέρνει μαζί;

Ένα βασικό κοινό τους χαρακτηριστικό είναι ότι και οι τρεις ήταν Κύπριοι, από διαφορετικές θρησκευτικές κοινότητες. Το πεδίο δράσης και επιρροής τους δεν περιοριζόταν στα όρια του νησιού: εκτεινόταν από την Αίγυπτο μέχρι την Αγία Πετρούπολη, από τα Ιεροσόλυμα μέχρι τη Μασσαλία, από τη Βενετία μέχρι το Λονδίνο και από την Κωνσταντινούπολη μέχρι την Ισπανία. Είχαν συγκεντρώσει τεράστια οικονομική, κοινωνική και πολιτική εξουσία στα χέρια τους – αν όχι μονοπωλιακού, τότε οπωσδήποτε ολιγοπωλιακού χαρακτήρα. Αυτές οι μορφές εξουσίας, τις οποίες σήμερα τείνουμε να αντιλαμβανόμαστε ως διακριτές μεταξύ τους, ήταν αλληλένδετες και αλληλοεξαρτημένες. Έτσι, αυτό που σήμερα θα ονομάζαμε διαπλοκή -ένα φαινόμενο υπαρκτό τόσο στον Δυτικό κόσμο όσο και αλλού- γίνεται ιδιαίτερα διακριτό και μπορεί να μελετηθεί με βάση τις περιπτώσεις αυτές στο ιστορικό τους πλαίσιο. Για παράδειγμα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η σχετική αναντιστοιχία που υπάρχει σε σχέση με τις επίσημες ιδιότητές τους και το εύρος των δραστηριοτήτων τους: ο Χατζηγεωργάκης δεν ήταν απλώς διερμηνέας – με την κυριολεκτική έννοια. Ήταν ταυτόχρονα φοροσυλλέκτης, δανειστής, μεσάζοντας, έμπορος, γαιοκτήμονας, πλοιοκτήτης, υψηλόβαθμος διοικητικός λειτουργός, ενώ παρείχε χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες με τη μορφή των συναλλαγματικών. Αυτό σήμαινε ότι είχε ένα διευρυμένο πλαίσιο επενδύσεων σε διάφορους τομείς της οικονομίας. Οι στενές του σχέσεις τόσο με την οθωμανική διοίκηση όσο και με τους Ευρωπαίους πρόξενους και εμπόρους του έδιναν επίσης τον ρόλο του πολιτισμικού ενδιάμεσου, κάτι που με τη σειρά του επέτρεπε μια προνομιακή θέση στο πλαίσιο του ανταγωνισμού για το οικονομικό πλεόνασμα της Κύπρου. Τα ίδια μπορούμε να πούμε και για τον Σαρκίς, ο οποίος ήταν εικονικός δραγομάνος, δηλαδή δεν ασχολείτο με τη διερμηνεία, αλλά στην ουσία επιτελούσε εμπορικές λειτουργίες για το γαλλικό και αγγλικό προξενείο. Ο δε Χατζημπακκής παρουσιάζει επιπλέον ενδιαφέρον λόγω του ότι είναι μια περίπτωση εντυπωσιακής κοινωνικής ανέλιξης, αλλά και της ιδιαίτερης σκληρότητας στις οικονομικές και φοροσυλλεκτικές του δραστηριότητες – κάτι που επιβεβαιώνεται και ενισχύεται από οθωμανικές πηγές, παρά το ότι ήταν ήδη γνωστό στην ελληνοκυπριακή ιστοριογραφία.

Εκτός από τη σχέση τους με την Κύπρο, κοινός παρονομαστής στους τρεις είναι ο ρόλος τους ως “μεσάζοντες”. Με ποιο τρόπο σας ενδιαφέρει αυτή η ιδιότητα;

Ο Χατζηγεωργάκης, ο Χατζημπακκής και ο Σαρκίς δεν αποτελούσαν μια κυπριακή ιδιαιτερότητα: ήταν προϊόντα των ιστορικών χωρικών και χρονικών τους πλαισίων. Από τη μια, της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, η οποία κατά τη μετάβαση από τον 18ο στο 19ο αιώνα βιώνει μια αναδιανομή του πλούτου, με συνέπεια η εξουσία να παίρνει νέες μορφές. Από την άλλη έχουμε το μεσογειακό πλαίσιο, όπου την εποχή αυτή έχουμε το φαινόμενο της ανόδου του ντόπιου εμπόρου στο πλαίσιο της διεθνοποίησης και εντατικοποίησης του εμπορίου μεγάλων αποστάσεων. Έτσι, δημιουργείται ένα διευρυμένο πεδίο δραστηριοποίησης για όσους έχουν τη δυνατότητα να λειτουργήσουν ως ενδιάμεσοι και μεσάζοντες, τόσο στο αυτοκρατορικό όσο και στο μεσογειακό πλαίσιο. Αυτό σημαίνει δύο πράγματα στο επίπεδο της οικονομίας και της κοινωνίας: [α] κατά την περίοδο αυτή δημιουργούνται νέες δυνατότητες συγκέντρωσης πλούτου στα πλαίσια του ανταγωνισμού για το πλεόνασμα της κυπριακής οικονομίας, με έντονα χαρακτηριστικά πρωταρχικής συσσώρευσης κεφαλαίου και [β] κερδισμένοι από αυτές τις ιστορικές διεργασίες ήταν συγκεκριμένες τοπικές ελίτ – των οποίων χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι οι τρεις περιπτώσεις που εξετάζω. Η ανάλυση και επεξεργασία των φορολογικών προσόδων του οθωμανικού κράτους από την Κύπρο από το 1785 μέχρι το 1799 δείχνει ξεκάθαρα ότι τα έσοδα παραμένουν σταθερά. Κατά την περίοδο αυτή όμως παρατηρείται μία αύξηση στις εισαγωγές ειδών πολυτελείας – άρα κάποιοι κερδίζουν και καταναλώνουν. Αυτό ουσιαστικά σημαίνει ότι το πλεόνασμα του νησιού δεν πηγαίνει στην Κωνσταντινούπολη, αλλά συσσωρεύεται στα χέρια ντόπιων, όπως ο Χατζημπακκής, ο Σαρκίς και ο Χατζηγεωργάκης. Χαμένοι από αυτές τις διεργασίες είναι τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα του πληθυσμού, τα οποία βιώνουν αλλεπάλληλες κρίσεις διαφόρων μορφών, όπου παρατηρούνται φαινόμενα που σήμερα θα αποκαλούσαμε “κοινωνικοποίηση των ζημιών”.

Δίνετε έμφαση στον 18ο και 19ο αιώνα. Ποια η σημασία της περιόδου αυτής;

Είναι η περίοδος κατά την οποία εντοπίζονται οι απαρχές της μετάβασης στη νεωτερικότητα – η διαδικασία δηλαδή του εκσυγχρονισμού και της εγκατάλειψης παραδοσιακών μορφών οικονομικής, κοινωνικής, πολιτικής ή πολιτισμικής οργάνωσης. Παρά το ότι η κυπριακή νεωτερικότητα είναι συνδεδεμένη με την περίοδο της βρετανικής αποικιοκρατίας, καινούριες έρευνες και μελέτες τόσο σε σχέση με την Κύπρο όσο και με άλλες περιοχές βλέπουν νεωτερικές διεργασίες στην αμέσως προηγούμενη περίοδο – αυτό που ονομάζεται “πρώιμη νεωτερικότητα” [early modernity]. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι η συνύπαρξη δίπολων που παλαιότερα οι ιστορικοί και οι κοινωνικοί επιστήμονες θεωρούσαν ως αμοιβαία αποκλειόμενες συνθήκες.

Μπορείτε να μας δώσετε ένα παράδειγμα συνύπαρξης τέτοιων δίπολων;

Ένα κλασικό παράδειγμα είναι το δίπολο παράδοση/νεωτερικότητα. Όμως, στον οθωμανικό 18ο αιώνα έχουμε διεργασίες ιδιωτικοποιήσεων ή φαινόμενα χρηματοπιστωτικοποίησης [financialisation] σε μια κατά άλλα παραδοσιακή οικονομία. Η συνύπαρξη τέτοιων φαινομένων δεν πρέπει να ξενίζει, αφού παραπέμπουν στη μετάβαση στον καπιταλισμό. Άλλα παραδείγματα δίπολων που φαίνεται να συνυπάρχουν και να είναι δύσκολη η διάκριση του ενός από το άλλο είναι Δύση/Ανατολή, κέντρο/περιφέρεια, χριστιανοί/μουσουλμάνοι κ.ά. Το αποτέλεσμα είναι μια πολύ πιο σύνθετη πραγματικότητα από τα απλοϊκά όρια και διχοτομίες που εμπεριέχουν οι επίσημες ιστορίες.

Ο όρος “νησιωτικότητα” έχει κεντρική θέση στην έρευνά σας; Μπορείτε να πείτε κάποια λόγια για αυτό;

Η νησιωτικότητα ουσιαστικά αφορά το ερώτημα του τι θα πει νησί και νησιωτικός χώρος. Εξετάζει δηλαδή τον χώρο ως παράγοντα που επηρεάζει την ιστορική εξέλιξη και εντάσσεται σε ένα νέο πεδίο σπουδών, τη χωρική ιστορία [spatial history]. Στην περίπτωσή μας, δεν πρόκειται απλώς για το νησί στη γεωγραφική του διάσταση. Άλλωστε, οι σύγχρονες γεωγραφικές προσεγγίσεις μάς διδάσκουν ότι η έννοια του φυσικού συνόρου ως απόλυτη και μονοδιάστατη συνθήκη δεν υπάρχει. Με αυτή την έννοια η θάλασσα, που είναι το κατεξοχήν όριο του νησιού, δεν το απομονώνει μόνο, αλλά ταυτόχρονα το συνδέει με τον έξω κόσμο. Η νησιωτικότητα λοιπόν εμπεριέχει αντιφατικές συνθήκες που ξεπερνάνε την ίδια τη γεωγραφία και αφορούν την ανθρώπινη πρόσληψη του τι θα πει νησί: εσωστρέφεια/εξωστρέφεια, γέφυρα/σύνορο, αποκλεισμός/διασύνδεση, επαρχιωτικότητα/κοσμοπολιτισμός, χρονοκάψουλα/εργαστήρι πειραμάτων αιχμής, ουτοπία/δυστοπία κ.τ.λ.

Χωρίς να θεωρώ ότι τα νησιά είναι ένας ιδιαίτερος και μοναδικός χώρος, άλλωστε ο εξαιρετισμός είναι συχνό φαινόμενο σε νησιωτικές κοινωνίες, αυτό που βρίσκω ενδιαφέρον είναι η τάση να δεχόμαστε τη χωρικότητα του νησιού τοις μετρητοίς: ως δηλαδή κάτι το ξεχωριστό ή απομονωμένο. Όμως η ανθρώπινη αντίληψη του χώρου δεν περιορίζεται σε αυτό και οι πολιτικές ή ιδεολογικές επιλογές έχουν άμεση σχέση με τις γεωγραφικές αντιλήψεις του χώρου: έτσι, να θυμίσω τη λεγόμενη “αμπούστα”, το κουτί μέσα στο οποίο η Κύπρος ετοποθετείτο δίπλα από την Κρήτη στους μεγάλους σχολικούς χάρτες της Ελλάδας ή η επιστημονικοφανής ερμηνεία ότι η Κύπρος είναι τουρκική γιατί γεωλογικά ανήκει στην οροσειρά του Ταύρου. Για να γίνω πιο συγκεκριμένος, σε ό,τι αφορά τη δική μου έρευνα η ιδέα της νησιωτικότητας ξεδιπλώθηκε μέσα από τη μελέτη του Σαρκίς, του Χατζηγεωργάκη και του Χατζημπακκή.

Ενδεικτικά να αναφέρω ότι ο τελευταίος συγκέντρωσε μια προσωπική περιουσία που ήταν πάνω από τα μισά ετήσια έσοδα του οθωμανικού προϋπολογισμού. Πώς ήταν δυνατόν στην Κύπρο, η οποία ήταν μια μέση επαρχία της οθωμανικής αυτοκρατορίας χωρίς κάτι το ιδιαίτερο ή ξεχωριστό, να υπάρχουν τέτοια εντυπωσιακά φαινόμενα; Το οξύμωρο αυτό απαντάται από το συνδυασμό τριών παραγόντων, που αποτελούν και τα βασικά χαρακτηριστικά της κυπριακής νησιωτικότητας κατά την οθωμανική περίοδο: [α] ήταν αρκετά μεγάλη και παραγωγική για έχει ένα ευμεγέθες πλεόνασμα, [β] αρκετά μικρή για να ευνοεί την ύπαρξη εμπορικών και χρηματοπιστωτικών δικτύων που να επιτρέπουν τη συγκέντρωση της παραγωγής και [γ] αρκετά μακριά από την Κωνσταντινούπολη για να διαφεύγει της προσοχής των αυτοκρατορικών φορέων εξουσίας. Βέβαια, η νησιωτικότητα της Κύπρου είναι διαφορετική κατά την πρότερη ενετική και κατοπινή βρετανική κυριαρχία – άρα ο χώρος δεν είναι κάτι το σταθερό στο χρόνο, ενώ το πλαίσιο έχει τεράστια σημασία.

Στη διάλεξή σας εμφανίζονται ο Ναπολέοντας, ο Έλγιν κ.ά. Θα μπορούσατε να τοποθετήσετε την ιστορία των τριών πρωταγωνιστών της διάλεξής σας σε σχέση με ένα πιο ευρύ πλαίσιο;

Όπως έχω αναφέρει, ένα από τα πράγματα που με ενδιαφέρουν είναι οι διασυνδέσεις και οι συσχετίσεις τόσο με ευρύτερες ιστορικές διεργασίες όσο και με πιο γνωστά ιστορικά υποκείμενα. Ο Ναπολέοντας, και συγκεκριμένα η εκστρατεία του στην Αίγυπτο, επηρέασαν ολόκληρη την περιοχή της Μέσης Ανατολής, της Κύπρου συμπεριλαμβανομένης. Πρέπει να τονίσω ότι η παραδοσιακή ιστοριογραφία της Μέσης Ανατολής εντοπίζει στο γεγονός αυτό την έναρξη της νεωτερικότητας στην περιοχή – ότι δηλαδή η ιστορική αυτή διεργασία ήταν αποτέλεσμα εκ δυσμάς εισαγωγής. Νέες έρευνες και μελέτες έχουν ανατρέψει αυτή την εικόνα και καινούριες ερμηνείες βλέπουν τη γαλλική παρουσία να ενισχύει και να μετασχηματίζει υπάρχουσες νεωτερικές διεργασίες. Σε ό,τι αφορά την Κύπρο, η παρουσία του Ναπολέοντα δημιουργεί νέες δυναμικές στο νησί, δίνοντάς του στρατηγική σημασία [η οποία, να σημειώσω, δεν είναι ποτέ σταθερή στον χρόνο και έχει αυξομειώσεις]. Πέρα από την αυστηρά στρατιωτική πτυχή των πραγμάτων, η Κύπρος γίνεται πηγή τροφίμων και υλικού για τα στρατεύματα [π.χ. σιτάρι, παξιμάδι, τυρί, κ.τ.λ.]. Οι συνέπειες αυτών των δεδομένων δεν είναι ομοιόμορφες: ενώ ανοίγονται νέες δυνατότητες κέρδους για αξιωματούχους, όπως π.χ. ο Χατζηγεωργάκης ή ο Σαρκίς, η κοινωνία βιώνει αρνητικά αυτά τις νέες συνθήκες, με ελλείψεις προϊόντων ή άλλες διαταραχές των αγορών. Σε ό,τι αφορά τον Έλγιν, τα οθωμανικά αρχεία ρίχνουν φως σε μια άγνωστη πτυχή των δραστηριοτήτων του και τις στενές σχέσεις που είχε με τον Σαρκίς. Βλέπουμε λοιπόν και πάλι το εύρος των πιθανών διασυνδέσεων που εκτείνονται πέρα από τις ακτές του νησιού.

Σημειώνετε πως τα τρία αυτά πρόσωπα δεν συναντώνται στα εγχειρίδια οθωμανικής ιστορίας. Πώς οι ιστορίες αυτές συμβάλλουν ή διευρύνουν ερευνητικά ζητήματα στις Οθωμανικές Σπουδές;

Στο ευρύτερο πλαίσιο μιας μεγάλης αυτοκρατορίας που εκτείνεται από τη Βόρειο Αφρική στο Δούναβη, από τη Μαύρη Θάλασσα στην Αραβική χερσόνησο και από τα Βαλκάνια μέχρι το Ιράκ, είναι λογικό να μην ξεχωρίζουν τρεις ιστορικοί δρώντες από ένα νησί που δεν αποτελεί κάτι το ιδιαίτερο – άλλωστε οι βιβλιογραφικές αναφορές στην ίδια την Κύπρο συνήθως περιορίζονται στο 1571 και το 1878. Μέσα από το κλασικό σχήμα κέντρο – περιφέρεια, που ουσιαστικά αναπαράγει το χωρικό φαντασιακό του κράτους, η Κύπρος δεν προσφέρει τίποτα εκτός από τη σκοπιά της τοπικής ιστορίας. Μέσα από την οπτική της νησιωτικότητας αποκτούν άλλη σημασία και γίνονται η αφορμή να αναδειχθεί μια άλλη οπτική του χώρου, διαφορετική από αυτήν του κράτους. Έτσι, λιγότερο προφανή αντικείμενα έρευνας που βρίσκονται στο περιθώριο του ενδιαφέροντος μπορούν να αναδείξουν αθέατες πτυχές της ιστορίας.

Το τραγούδι “Το σύστημα” από το κυπριακό συγκρότημα Monsieur Doumani έχει ως θέμα μια κοινωνική εξέγερση με οικονομικά αίτια κατά την Οθωμανική περίοδο. Η επιτυχία που γνώρισε είναι ίσως ενδεικτική του διαλόγου ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν. Πώς βλέπετε εσείς αυτό τον διάλογο;

Όντως, το παράδειγμα που φέρνετε είναι χαρακτηριστικό αυτής της αμφίδρομης σχέσης, δηλαδή του πώς το παρελθόν μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε το παρόν και πώς το παρόν βοηθά στην κατανόηση του παρελθόντος. Σε ό,τι αφορά τη δική μου ιδιότητα ως ιστορικού, θα πω ότι τα σύγχρονα ζητήματα και προβληματισμοί ανέκαθεν μπόλιαζαν την ιστορική έρευνα με νέα ερωτήματα και μεθοδολογικές οπτικές. Ένα παράδειγμα είναι η περιβαλλοντική και η κλιματική ιστορία, δύο ανερχόμενα πεδία έρευνας που προέκυψαν από τη συζήτηση για την κλιματική αλλαγή και τη σχέση του ανθρώπου με το περιβάλλον. Ένα άλλο παράδειγμα είναι το αυξανόμενο, αν όχι αναθερμαινόμενο, ενδιαφέρον για την εξέλιξη του καπιταλισμού, κάτι που προέκυψε μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση. Η κρίση δηλαδή προκάλεσε τεράστιο ενδιαφέρον για τις ιστορικές ρίζες του καπιταλισμού. Αυτή για μένα είναι και η πιο συναρπαστική πτυχή της ενασχόλησής μου ως ιστορικού: το ότι η ιστορία είναι ένα ζωντανό πράγμα που έχει άμεση σχέση με την καθημερινότητά μας, αρκεί κάποιος να ψάξει να βρει τις διασυνδέσεις με το παρόν – στοιχειοθετημένα και χωρίς αυθαίρετους αναχρονισμούς. Με άλλα λόγια, η ιστορία δεν είναι κλεισμένη στα αρχεία, τις βιβλιοθήκες και τις πανεπιστημιακές αίθουσες, αλλά μια επιστήμη που βρίσκεται σε διάλογο με την κοινωνία και που μπορεί να δώσει απαντήσεις σε σύγχρονα ερωτήματα και προβληματισμούς.

+ Η διάλεξη του δρος Αντώνη Χατζηκυριάκου θα δοθεί την Κυριακή 15 Μαΐου, στις 18:00 στο Εθνολογικό Μουσείο/Οικία Χατζηγεωγράκη Κορνέσιου στο πλαίσιο της Διεθνούς Ημέρας και Ευρωπαϊκής Νύκτας Μουσείων 2016.

Ο Αντώνης Χατζηκυριάκου είναι ερευνητής Marie Curie στο Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας στο Ρέθυμνο. Το τρέχον ερευνητικό του πρόγραμμα χρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και έχει τίτλο “Μεσογειακές νησιωτικότητες: χώρος, τοπίο και αγροτική οικονομία στην Κύπρο και την Κρήτη των πρώιμων νεότερων χρόνων” (http://medins.ims.forth.gr/)

 

5-MERA MOUSEION2

Previous post:

Next post: