Post image for ΕΞΩΣΤΗΣ |Η παράλειψη της Οικογένειας Κόλεμαν

ΕΞΩΣΤΗΣ |Η παράλειψη της Οικογένειας Κόλεμαν

13/02/2017

Γράφει η Μαρία Χαμάλη-Πατέρα*

Συγγραφέας: Κλαούντιο Τολκατσίρ
Σκηνοθεσία: Μαρία Κυριάκου
Αποθήκες ΘΟΚ

Η ανάπτυξη των ανθρώπινων σχέσεων και η πολυπλοκότητά τους, η δυσκολία συνύπαρξης και συμβίωσης, η ανάγκη αλληλοκατανόησης, η δημιουργία (ευνουχιστικών ή μη) συναισθηματικών δεσμών, η επιβολή, η υπέρβαση των ορίων και των αντοχών, η ύπαρξη ή ανυπαρξία ανθρώπινης επικοινωνίας, αποτελούν συνθήκες οι οποίες συχνά δοκιμάζονται, για πρώτη φορά, στον πυρήνα του οικοδομήματος που ονομάζουμε «οικογένεια». Λέξη τόσο οικεία αλλά, συχνά, τόσο διαφορετική για τον καθένα. Εξαιτίας αυτής της διαφορετικότητας, η πρόσληψη της παράστασης «Η παράλειψη της οικογένειας Κόλεμαν» μπορεί να παρουσιάσει μιαν ευρύτατη ποικιλία με μεγάλες αποκλίσεις.

Η οικογένεια Κόλεμαν δεν θυμίζει, σε καμία περίπτωση, μια συμβατική, «φυσιολογική» οικογένεια. Και όμως, τα μέλη της δεν ξεπήδησαν από τη φαντασία του συγγραφέα, αλλά μέσα από την πολύμηνη συμβίωση της ομάδας των ηθοποιών του, μέσα στο ίδιο του το σπίτι στο Μπουένος Άιρες, το φημισμένο Timbre 4. Η οδηγία του συγγραφέα και σκηνοθέτη ήταν να δημιουργήσουν μιαν οικογένεια, οι σχέσεις και τα προβλήματα των οποίων θα προέκυπταν μέσα από την καθημερινή τους τριβή και μέσα από τον αυτοσχεδιασμό. Ο συγγραφέας παρατηρούσε καθημερινά την εξέλιξη, κατέγραφε, μαγνητοσκοπούσε. Μέχρι που οι σχέσεις ξεκαθάρισαν και το έργο πήρε σάρκα και οστά μέσα από μια συγκεκριμένη ιστορία. Και μια συγκεκριμένη οικογένεια. Την οικογένεια Κόλεμαν.

Αυτή η ιδιορρυθμία του έργου είναι έκδηλη από τα πρώτα κιόλας λεπτά. Ο θεατής βρίσκεται αντιμέτωπος με το εσωτερικό του φτωχικού σπιτιού των Κόλεμαν και με τις πρώτες κινήσεις και τις πρώτες ατάκες αισθάνεται ότι παρεισφρέει, εισβάλλει σε κάτι εντελώς ιδιωτικό και ότι γίνεται μάρτυρας της διαδικασίας διάλυσης και αποσύνθεσης μιας δυσλειτουργικής και ανορθόδοξης οικογένειας. Με μια πρώτη ματιά, δύσκολα μπορεί κανείς να ταυτιστεί μαζί της ή να αναγνωρίσει κοινότυπες συμπεριφορές. Ακόμα και η σύστασή της ξενίζει. Δύο δίδυμα αδέλφια με ισχυρό δέσιμο, η εύθραυστη και νευρώδης Γκάμπι (το οικονομικό -και όχι μόνο- στήριγμα της οικογένειας) και ο σκοτεινός (σε προθέσεις και πράξεις) Νταμιάν, από έναν πατέρα. Ο χαμένος στον δικό του κόσμο, περιθωριακός και με αποσυντονιστικό και σκοτεινό χιούμορ Μαρίτο και η νευρωτική Βερόνικα, από άλλον πατέρα. Ο τελευταίος, επέλεξε να αναγνωρίσει μόνο τη Βερόνικα και να τη μεγαλώσει μακριά από την οικογένεια των Κόλεμαν. Και οι δύο πατέρες είναι απόντες. Μητέρα όλων η ανώριμη, ανεύθυνη, αφελής και εν πολλοίς ανίκανη Μεμέ, που σε καμία περίπτωση δεν λειτουργεί (και δεν μπορεί να λειτουργήσει) ως μητέρα. Συνδετικός κρίκος όλων η γιαγιά, ο μόνος λόγος για τον οποίο όλοι παραμένουν εκεί και εμμένουν στο να αποτελούν «οικογένεια». Αυτός είναι, μάλλον, και ο μόνος χαρακτήρας που ο θεατής μπορεί να αναγνωρίσει ως οικείο. Η Μαρία Κυριάκου είχε να διαχειριστεί ένα κείμενο με λεπτές ισορροπίες ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το παράλογο, το χιουμοριστικό και το τραγικό. Οι λεπτές αυτές ισορροπίες τηρήθηκαν, γι’ αυτό και ο θεατής αποχωρεί αισθανόμενος ότι παρακολούθησε μια πικρή κωμωδία ή ένα δράμα με αρκετή δόση μαύρου χιούμορ.

Με τη συμβολή του ευρηματικού και λειτουργικού σκηνικού του Χάρη Καυκαρίδη και της Μελίτας Κούτα, που πολύ έξυπνα μεταμορφώνεται σε δωμάτιο νοσοκομείου, κατορθώνει να δώσει μια κατά βάση ρεαλιστική και με ταχείς ρυθμούς σκηνοθεσία, η οποία αξιοποιεί διαρκώς κάθε σημείο εντός (ενίοτε και εκτός) σκηνής, εντός και εκτός του οπτικού πεδίου του θεατή, απλώνοντας και διασπώντας τη δράση παντού σαν ένα κολάζ κινηματογραφικών πλάνων. Η σκηνοθέτης είχε επίσης να διαχειριστεί έξι περίπλοκους πρωταγωνιστικούς ρόλους, ο καθένας με ισχυρές ιδιαιτερότητες και ιδιορρυθμίες, οι οποίες εύκολα θα μπορούσαν να καταλήξουν σε «καρικατουρίστικες» ερμηνείες. Ο κάθε ηθοποιός, ακόμα και στην περίπτωση των δύο δευτερευόντων ρόλων, οδηγεί, συχνά, τον χαρακτήρα του σε μια εσωτερικότητα, βοηθώντας τον θεατή να δει πίσω από ό,τι προς στιγμήν του προκαλούσε αυθόρμητα ή αμήχανα, γέλιο.

Η εσωτερικότητα, όμως, αυτή, δεν είναι σταθερή. Οι ρυθμοί στους οποίους κινείται η παράσταση είναι τόσο έντονοι και ταχείς, που συχνά δεν αφήνουν περιθώριο ηρεμίας και σκέψης, ούτε στους ηθοποιούς αλλά ούτε στους θεατές. Αισθάνομαι ότι υπήρχε ανάγκη αποσυμφόρησης και αποφόρτισης της έντασης την οποία, εγώ τουλάχιστον, προσλάμβανα μόνο με την (ελλιπή) παρέμβαση της, κατά τα άλλα, εύστοχα επιλεγμένης μουσικής και κυρίως μέσα από την ώριμη και προσγειωμένη ερμηνεία της Πόπης Αβραάμ στον ρόλο της γιαγιάς. Τα λόγια της, η ηρεμία της, παρενέβαιναν σχεδόν ποιητικά στον έντονο ρεαλισμό των υπόλοιπων σκηνών. Οι δεινές υποκριτικές ικανότητες της Αιμιλίας Βάλβη (Μεμέ), του Γιώργου Κυριάκου (Νταμιάν), του Μάριου Κωνσταντίνου (Μαρίτο), της Αντωνίας Χαραλάμπους (Γκάμπι) και της Νιόβης Χαραλάμπους (Βερόνικα), υπερτόνιζαν, κάποιες στιγμές, τα έκδηλα χαρακτηριστικά των ρόλων τους: την αφέλεια, το βίαιο ξέσπασμα, την αντισυμβατικότητα, την αγχώδη υπερκινητικότητα, τη νευρικότητα. Όλα αυτά συρρικνώνονται μόνο όταν πέφτουν οι ρυθμοί και αυτό δεν γίνεται παρά μόνο στις τελευταίες σκηνές του έργου. Τότε είναι που αρχίζουμε να κατανοούμε καλύτερα τους χαρακτήρες και ίσως να αναγνωρίζουμε ψήγματα του δικού μας εαυτού. Όταν δίνεται χώρος ανάσας στους ηθοποιούς.

Ιδιαίτερα η σκηνή του τέλους λειτουργεί ως αντιστάθμισμα σε όλη την ένταση της παράστασης. Σιωπηλή ερμηνεία, μουσική, φωτισμός. Η δύναμη αυτής της σκηνής αφήνει τον χρόνο στον θεατή να σκεφτεί, να προβληματιστεί, να συγκινηθεί, να αντιληφθεί ό,τι μπορεί να έχασε μέσα στην ταχύτητα και την ένταση όσων είχαν προηγηθεί: όλα τα «γιατί», όλες τις εξηγήσεις, όλες τις στρεβλώσεις, όλες τις αδυναμίες, όλες τις «παραλείψεις» της οικογένειας Κόλεμαν.

 

Leave a Comment

{ 0 comments… add one now }

Previous post:

Next post: