Post image for ΕΞΩΣΤΗΣ|Η ανθρώπινη φωνή

ΕΞΩΣΤΗΣ|Η ανθρώπινη φωνή

27/02/2017

Γράφει η Μαρία Χαμάλη – Πατέρα

Συγγραφέας: Jean Cocteau

Σκηνοθεσία: Αθηνά Κάσιου

Παίζει: Αντωνία Χαραλάμπους

Παραγωγή: Open Arts

Όταν ο Jean Cocteau έγραφε την «Ανθρώπινη Φωνή» το 1927 επιλέγοντας να θέσει σε πρωταγωνιστικό ρόλο μια συσκευή τηλεφώνου, δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι αυτή η επιλογή θα καθιστούσε το μονόπρακτό του επίκαιρο σχεδόν έναν αιώνα μετά, σε μια εποχή όπου η παντός είδους επικοινωνία αποκτά υπόσταση κυρίως μέσα από συσκευές. Το έργο είναι μια τηλεφωνική συνομιλία ανάμεσα σε μια γυναίκα και έναν άνδρα. Έναν άνδρα που ο θεατής δεν βλέπει και δεν ακούει ποτέ. Τα λόγια του υπονοούνται μέσα από τις λέξεις, τις εκφράσεις, τις κινήσεις και τις αντιδράσεις της γυναίκας. Μια αποσπασματική ιστορία που δομείται σε παύσεις και ανολοκλήρωτες φράσεις. Και όμως ο Cocteau κατορθώνει με το κλείσιμο του τηλεφώνου να έχει τοποθετήσει και την τελευταία ψηφίδα αυτής της φαινομενικά αποσπασματικής ιστορίας. Μια ερωτευμένη γυναίκα περιμένει το τελευταίο τηλεφώνημα από τον εραστή της ο οποίος την εγκαταλείπει. Το ακουστικό είναι το τελευταίο της «αθόρυβο, που δεν αφήνει ίχνη» όπλο και η τελευταία της ελπίδα. Ένας σπαρακτικός μονόλογος μιας γυναίκας πολύ πέρα από τα «πρόθυρα νευρικής κρίσης», η οποία αγγίζει θέματα που, ίσως, μόνο όποιος ερωτεύτηκε παράφορα και βίωσε την απελπισία της εγκατάλειψης – όπως άλλωστε και ο ίδιος ο Cocteau συχνά από τους εραστές του – μπορεί να κατανοήσει: τη λατρεία, το πάθος, το ψέμα, την προδοσία, την απόρριψη, την εγκατάλειψη, τη μοναξιά, την απόγνωση. Η συγγραφική ιδιοφυΐα του Cocteau, αποφεύγοντας κάθε παγίδα μελοδραματισμού, μετουσιώνει τις απλές καθημερινές λέξεις, τις φαινομενικά άτακτα και τυχαία τοποθετημένες, σε ποίηση: «Πέντε χρόνια τώρα ζω για σένα, είσαι ο αέρας που ανασαίνω, περνούσα τον χρόνο μου να σε περιμένω, νόμιζα πως πέθαινες όταν αργούσες, πέθαινα μόνο στη σκέψη ότι μπορεί να είσαι νεκρός, ζωντανεύοντας μόνο όταν επέστρεφες, όταν ήσουν επιτέλους εδώ, πεθαίνοντας από φόβο μη μου φύγεις».

Το εγχείρημα της σκηνικής παρουσίασης της «Ανθρώπινης Φωνής» δεν είναι καθόλου εύκολο. Οι ιδιαιτερότητες του έργου απαιτούν όλες οι λεπτομέρειες να είναι πολύ προσεκτικά σχεδιασμένες και να τονίζουν, όχι την παρουσία τους, αλλά την απουσία τους. Το ίδιο και η σκηνοθεσία: να δίνει την αίσθηση ότι είναι σχεδόν ανύπαρκτη ενώ στην πραγματικότητα τα πάντα να είναι ενορχηστρωμένα στην εντέλεια, όπως και στο κείμενο του Cocteau. Όλα πρέπει να καταλήγουν στην ηρωίδα και στη σχέση της με τον χώρο, τα πράγματα και, κυρίως, το τηλέφωνο. Και αυτήν την αίσθηση αφήνει αυτή η ομαδική δουλειά η οποία βρίσκει ιδανικό ενορχηστρωτή την Αθηνά Κάσιου. Με βασικό σύμμαχο το ευρηματικό σκηνικό της Λύδιας Μανδρίδου, που τοποθετεί τον θεατή στην αμήχανη θέση της ηδονικής παρακολούθησης από την κλειδαρότρυπα, η σκηνοθεσία χρησιμοποιεί τα πάντα για να γεμίσει τα κενά την ανύπαρκτης δράσης. Ακόμη και το γεγονός ότι, λόγω της ιδιαιτερότητας του σκηνικού, η θέα του κοινού είναι περιορισμένη και καταβάλλει προσπάθεια για να παρακολουθήσει την ηρωίδα, δημιουργεί μια διαρκή ένταση που, ίσως, μια συμβατική ανοικτή σκηνή να μην μπορούσε να επιτύχει. Τοποθετώντας το έργο στο σήμερα, η σκηνοθέτης αντικαθιστά την τηλεφωνική συσκευή της δεκαετίας του ’30 με ένα σύγχρονο κινητό τηλέφωνο και προσαρμόζει πολύ εύστοχα το κείμενο στις ανάγκες αυτού του ευρήματος. Το κάθε σκηνικό αντικείμενο (το παλτό, τα τσιγάρα, ο φορτιστής), ο φωτισμός, ο ήχος, ακόμη και τα ρούχα της ηρωίδας, συμβάλλουν στη δημιουργία δράσης, ενώ υπονοούν το αποπνικτικό αίσθημα απόγνωσης που βιώνει.

Όλα αυτά, βέβαια, θα έπεφταν στο κενό αν η ερμηνεία της Αντωνίας Χαραλάμπους δεν κατόρθωνε να ξεπεράσει κατά πολύ τα όρια μιας καλής ερμηνείας. Η σκηνοθέτης οδηγεί την ηθοποιό της σε μια στιβαρή, μεστή, εσωτερική ερμηνεία που δίνει την αίσθηση μιας παρτιτούρας που αδιάκοπα φορτίζεται και αποφορτίζεται με μόνο βοήθημα τη συσκευή ενός κινητού τηλεφώνου. Ο λόγος του Cocteau συναντά μια βαθιά και αισθαντική ερμηνεία που, ιδιαίτερα τις στιγμές όπου απουσιάζει εντελώς η όποια – υπερβολική ενίοτε – εξωτερική κίνηση, η σπασμένη φωνή και οι συσπάσεις του προσώπου της ηθοποιού κατορθώνουν να δώσουν το εύρος της απελπισίας της ηρωίδας και να κερδίσουν τον θεατή, ο οποίος συμπάσχει, κατανοεί, μπορεί ακόμη και να αιτιολογεί την αυτοκαταστροφική της συμπεριφορά.

Ίσως αυτή η εικόνα της ακραίας συναισθηματικής παράλυσης να φανεί σε κάποιους παρωχημένη. Πιθανότατα να συναντήσει και έντονες φεμινιστικές επικρίσεις. Το γυναικείο όμως πορτραίτο του Cocteau αποδεικνύει την επικαιρότητά του μέσα από την ίδια την τέχνη, επιβιώνοντας μέσα από μεταγενέστερες ηρωίδες όπως αυτές του Tennessee Williams ή του Pedro Almodvar. Η «Ανθρώπινη Φωνή» αποτελεί μια σπουδή στη σκοτεινή πλευρά της παθολογικά ερωτευμένης γυναίκας που εκτίθεται ανεπανόρθωτα στον εραστή και το κοινό. Μια κραυγή απόγνωσης και απελπισίας. Και η παράσταση αυτή μας αναγκάζει να την ακούσουμε.

Leave a Comment

{ 0 comments… add one now }

Previous post:

Next post: