ΤΟ ΑΦΤΙ ΤΗΣ ΓΗΣ | Κλειστά παντζούρια

20/03/2017

Γράφει ο Γιώργος Κακούρης

Κάθε μέρα η Λευκοθέα έβγαινε στο μπαλκόνι της, μπροστά στον πολυσύχναστο δρόμο της και έραβε. Ποιος ξέρει τι ήταν αυτό που την απασχολούσε κάθε μα κάθε μέρα για τόσα χρόνια. Αν ήταν για εγγόνια τότε η Λευκοθέα θα πρέπει να είχε πολλά γιατί πάντα είχε κάτι να ράψει. Άλλες μέρες, ανάλογα από την ώρα που θα την έβρισκες, διάβαζε ή πότιζε τις γλάστρες. Πάντα έχοντας τον νου της στην κίνηση έξω από την είσοδό της, χαιρετώντας πού και πού γνωστούς και γείτονες.

Η Λευκοθέα και ο Αντώνης είχαν επιστρέψει στο παλιό πατρικό του συζύγου, που για χρόνια ήταν άδειο αν και καλά διατηρημένο, όταν αυτός, δικαστικός στο επάγγελμα, αφυπηρέτησε και τα παιδιά τους έφυγαν και τράβηξαν το καθένα τον δρόμο τους. Από τότε ο Αντώνης έφευγε κάθε πρωί για το καφενείο, για να επιστρέψει το μεσημέρι και η Λευκοθέα περνούσε την ώρα της στη βεράντα. Δεν έπιανε κουβέντα με τους περαστικούς γείτονες, μόνο κυρίως με τη νοικοκυρά του πρώτου στη δίπλα πολυκατοικία. Αλλά και αυτή είχε τις δουλειές της, τα ψώνια της και την οικογένειά της να τρέξει. Και η Λευκοθέα φαινόταν ευχαριστημένη απλώς με το να ασχολείται με τα δικά της και να απολαμβάνει τον χρόνο που κέρδισε μετά από χρόνια δουλειάς, στο σπίτι, για τους άλλους.

Το απόγευμα ήταν μια άλλη μέρα, που την περνούσαν μαζί. Τα παντζούρια του σπιτιού έκλειναν για να κόψουν τον ήλιο που έγερνε και χτυπούσε πιο έντονα μετά το μεσημέρι, καθώς η ζωή συνεχιζόταν στο καθιστικό και πίσω, στην κουζίνα. Άκουγε κανείς ομιλίες μέσα από το σπίτι, τους έβλεπε να βγαίνουν τις βόλτες τους, κάποτε τους άκουγε να έχουν τις συνηθισμένες γεροντικές κόντρες. Κάθε ατάκα, κάθε πείραγμα, κάθε παράπονο γυαλισμένο με τα χρόνια σαν ένα πολυχρησιμοποιημένο σκεύος ή σαν μαχαίρι που άμβλυνε ο καιρός και δεν κόβει πια ούτε βούτυρο.
Πριν δύο μήνες όμως τα παντζούρια της Λευκοθέας ήταν κλειστά. Στη βεράντα καθόταν ο δικαστής -που δεν τον είχε δει κανείς ποτέ στο σπίτι το πρωί τόσα χρόνια. Ακίνητος στην καρέκλα που προτιμούσε πάντα η Λευκοθέα, να περιεργάζεται την κίνηση στον δρόμο. Είχε μόλις ποτίσει τις γλάστρες και κόντευε το μεσημέρι, η ώρα που συνήθως επέστρεφε και ξεκινούσε και αυτός, όπως και η Λευκοθέα, το δεύτερο μέρος της ημέρας. Μόλις πριν μερικές μέρες όμως σηκώθηκε, μπήκε στο σπίτι και άνοιξε τα παντζούρια. Στο εξής, είχε πει σε έναν περαστικό, θα έχει παρέα στο σπίτι το φως.

Previous post:

Next post: