Intermission: Το τέλος του δρόμου

17/07/2017

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου

Εννά έρτει μια μέρα που εννά με ρωτήσει η κόρη μου τι έγινεν τζείνες τες μέρες που έλειψεν ο δρόμος. Που οι κουβέντες εν είχαν νόημα, που οι προσπάθειες δεν αποδίδαν, που οι άρχοντες του τόπου εσυνάξαν τα πράματα τους τζαι επαραιτήσαν τα.

Εννά έρτει μια μέρα που εννά με ρωτήσει η κόρη μου πώς ήταν τα πράματα πριν το τέλος του δρόμου τζαι πώς ήταν η διαδρομή. Αν έλπιζα ή αν ήξερα που πρώτα ότι εν υπάρχει σωτηρία.

Εν θα έχω σωστές απαντήσεις. Όπως τζαι για μένα δεν υπήρχαν οι σωστές απαντήσεις όταν ερωτούσα όσον εμεγάλωννα. Τι να της απαντήσω; Ότι ο τόπος μου θα είναι για πάντα ενέχυρο μιας χούφτας εθνικιστών, συμφεροντολόγων, ανεύθυνων τζαι άτολμων τάχα πολιτικών; Ότι ορισμένοι αποφασίσαν ότι πρέπει να μας προστατέψουν που μιαν απειλήν που οι ίδιοι εδημιουργήσαν;

Το σίουρον έν’ ότι οι απαντήσεις μου εννά ‘ν’ πιο ειλικρινείς τζαι πιο ίσιες σε σχέσην με τες απαντήσεις που έπιασα εγώ όταν ερωτούσα. Εμέναν ελαλούσαν μου ότι εσηκωθήκαμεν έναν πρωίν τζαι το κακόν ήρτεν τζαι ήβρεν μας σαν εκαθούμαστεν στην βεράντα την ώραν που επίνναμε καφέν τζαι επαίζαμεν ττάβλιν. Είπαν μου ότι τούτον το νησίν έν’ δικόν μας, εμάς μόνον, τους μπλε. Όι τους κότσινους. Έν’ εμάς, τους μπλε, τζείνοι εν έχουν θέσην δαμαί, εκουβαληθήκαν με το ζόριν. Είπαν μου ότι πρέπει να είμαι έτοιμος να πεθάνω για τούτον το θέμαν, για να έχουμεν την πατρίδαν μας ολόκληρην, μπλε. Ότι πρέπει να πάω θκυο χρόνια τζαι κάτι στρατόν τζαι να ακούω ό,τι μου λαλούν, επειδή εννά έρτει μια μέρα που εννά πρέπει να πολεμήσω, για τους μπλε.

Το σύμβολον που πρέπει να αγαπώ, είπαν μου, έν’ ο σταυρός. Το φεγγάριν τζαι το άστρον εν έχουν θέσην, ούτε στο νησίν μας ούτε στον ουρανόν μας. Είπαν μου να φιλώ σιέρκα παπάδων, να ψηφίζω τους ίδιους πολιτικούς με τον τζύρην μου τζαι να πααίννω σε γιορτές τζαι διαδηλώσεις για να έβρω το δίκαιον του τόπου μου.

Εγώ άρκησα να έβρω την αλήθκειαν. Κάποιοι της ηλικίας μου εν τη ήβραν, ούτε θα την έβρουν. Εν τους αδικώ, ακόμα τζαι εγώ κάποιες φορές άμα θωρώ το μισοφέγγαρον στον ουρανόν σηκώννεται η τρίχα μου τζαι νευριάζω. Εν τζαι εν εύκολο να ξεπλυθείς, άμα σου πλύννουν τον εγκέφαλον σου.

Εγώ τουλάχιστον, λοιπόν, της κόρης μου εννά της απαντήσω ειλικρινά. Εννά της πω ότι τούτος ο τόπος έν’ έναν θέατρον του παραλόγου. Έν’ μια σκηνή, στημένη για να τρων τζαι να πίννουν οι πολιτικοί μας. Για να φκαίννουν στην εξουσίαν τζείνοι τζαι τα κοπελλούθκια τους.

Εννά της πω να μεν πιστέψει άμα της πουν ότι φταίν’ οι άλλοι. Επειδή εγώ επίστεψα ότι φταίν’ οι άλλοι. Ενώ στο τέλος φταίω τζαι εγώ, όσον φταίει τζαι η γενιά πριν που μένα. Φταίω επειδή εννά της κληροδοτήσω μιαν χώραν μισήν τζαι έναν τόπον μοιρασμένον.

Previous post:

Next post: