Post image for Ιφιγένεια Εν Αυλίδι στην Πράσινη Γραμμή|Απελευθέρωση από τα «πρέπει» μιας τραγωδίας

Ιφιγένεια Εν Αυλίδι στην Πράσινη Γραμμή|Απελευθέρωση από τα «πρέπει» μιας τραγωδίας

17/07/2017

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως/Φωτογραφίες: Ελένη Παπαδοπούλου

«Μια παράσταση που εμπνέεται από τον χώρο», η «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» τοποθετείται στη γραμμή διχοτόμησης της Λευκωσίας και η σκηνοθέτιδα Μαγδαλένα Ζήρα εξηγεί την επιλογή της

«Η ιστορία είναι μια σειρά από συμφωνημένα ψέματα» είχε πει ο Ναπολέων Βοναπάρτης πολύ προτού ο όρος spin doctor τυπωθεί σαν λήμμα στα πολιτικά λεξικά και προτού κάνει την εμφάνισή του στη διεθνή ορολογία το fake news.

H νέα παράσταση του Φανταστικού Θεάτρου είναι βασισμένη στην τραγωδία του Ευριπίδη «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» και ασχολείται ακριβώς με αυτούς τους όρους, αλλά όχι μόνο. Στη συνέντευξη που ακολουθεί, η Μαγδαλένα Ζήρα, ιδρύτρια του Φανταστικού Θεάτρου και σκηνοθέτιδα της καλοκαιρινής παραγωγής με την ευριπίδεια τραγωδία που θα δούμε να ανεβαίνει στην Πράσινη Γραμμή της Λευκωσίας, εξηγεί πού η Ιφιγένεια συναντά το spin doctoring ως ένα ακόμη θύμα της -μυθικής- ιστορίας των Ελλήνων.

Μια ανθρωποθυσία

Η «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» είναι η τελευταία σωζόμενη τραγωδία του Ευριπίδη. Θεωρείται πως γράφτηκε μεταξύ των ετών 408 και 406 π.Χ, έτος του θανάτου του σημαντικού τραγωδού. Στο έργο παρακολουθούμε την Ιφιγένεια, που βρίσκεται στις Μυκήνες, να μεταβαίνει στην Αυλίδα μετά από πρόσκληση του πατέρα της, Βασιλιά Αγαμέμνονα, στο εκεί στρατόπεδο των Ελλήνων λίγο προτού αναχωρήσουν για την εκστρατεία της Τροίας. Η Ιφιγένεια φτάνει στο στρατόπεδο ανυποψίαστη: της έχει λεχθεί πως θα νυμφευθεί τον Αχιλλέα, βασιλιά των Μυρμιδόνων. Ωστόσο ο πατέρας της έχει αποφασίσει την ανθρωποθυσία της υπέρ της πατρίδας, θυσία στη θεά Αρτέμιδα προκειμένου ευνοϊκοί άνεμοι να βοηθήσουν στον απόπλου των ελληνικών πλοίων. Φτάνοντας στο στρατόπεδο με τη μητέρα της, η Ιφιγένεια αντιλαμβάνεται τον αληθινό σκοπό της εκεί παρουσίας της. Η μητέρα της, Κλυταιμνήστρα, ικετεύει τον Αχιλλέα να σώσει την Ιφιγένεια, η ίδια παρακαλεί τον πατέρα της να μην προβεί σε τέτοια πράξη. Καθώς τα πράγματα περιπλέκονται, η Ιφιγένεια εν τέλει αποδέχεται η ίδια τη θυσία… για το καλό της πατρίδας.

Αυτό είναι το έργο του Ευριπίδη, που η Μαγδαλένα Ζήρα επέλεξε να τοποθετήσει σε ένα σημείο της Πράσινης Γραμμής, στη Λευκωσία. Λειτουργώντας μάλλον εκτός πλαισίων της επικρατούσας πρακτικής που θέλει τις αρχαίες τραγωδίες να ανεβαίνουν σε αμφιθεατρικούς χώρους και -όπου αυτό είναι δυνατό- με αρχαιολογική αξία, η σκηνοθέτιδα τοποθετεί την «Ιφιγένειά» της σε χώρο παρακείμενο του Λήδρα Πάλας, με τη νεκρή ζώνη και τις δύο Λευκωσίες-ελεύθερη και κατεχόμενη- σε κοινή θέα.

Ένας μη τόπος

«Η Αυλίδα είναι ένα μεταιχμιακό τοπίο», σημειώνει η κ. Ζήρα, η οποία παρουσιάζει αυτό το έργο έχοντας μόλις ολοκληρώσει το διδακτορικό της πάνω στο αρχαίο δράμα και το ανέβασμά του από το 1980 μέχρι σήμερα. «Είναι ένας μη τόπος, δεν υπάρχει τίποτα παρά μόνο ένα στράτευμα σε αδράνεια που δεν γνωρίζει γιατί βρίσκεται εκεί. Ξεχνιέται. Υπάρχει μια σύγχυση στο έργο σχετικά με την παρουσία του. Αυτό οδηγεί το στράτευμα σιγά-σιγά σε μια παράνοια μέχρι που καταλήγουν να σφάξουν ένα αθώο πλάσμα τελετουργικά και δεν ξέρουμε καν για ποιο λόγο. Η Αυλίδα λοιπόν είναι ένα μεταίχμιο, ένα περίεργο σημείο πριν από μια εκστρατεία, ένα λιμάνι όπου λιώνουν τα πλοία και δεν φυσάει αέρας. Συμβολικά, έχει πολλά να κάνει με τη νεκρή ζώνη της Λευκωσίας.

Η νεκρή ζώνη είναι ένα κομμάτι της γεωγραφίας μας που -όσοι ζούμε στη Λευκωσία- σχεδόν δεν το προσέχουμε. Στο σημείο όπου θα ανεβάσουμε την παράσταση, συνήθως παρκάρουμε για να πάμε σε… γάμους σε παρακείμενο χώρο. Κανένας δεν παρατηρεί αυτό το δραματικό σκηνικό με το συρματόπλεγμα, που φωτίζεται από φώτα της Αστυνομίας, με το βομβαρδισμένο σπίτι δίπλα και τη σειρά των σπιτιών απέναντι. Αυτός ο χώρος είναι σφηνωμένος ανάμεσα σε εστιατόρια και δεν τον βλέπουμε. Το θέατρο όμως έχει ένα τρόπο να μεγεθύνει και να εστιάζει, εν τέλει, σε πράγματα που πια δεν βλέπουμε ή που έχουν καταντήσει συνήθεια.

Το έργο είναι αντιπολεμικό, αν και είναι πολύ πιο πολύπλοκο το θέμα του. Δεν μπορούμε φυσικά να πούμε πως υπάρχει αναλογία με τη Λευκωσία, ωστόσο πάντα η τραγωδία προβληματίζει για όλα τα θέματα για κάθε χώρα και για κάθε εποχή. Ειδικά για θέματα μεγάλα όπως ο εθνικισμός και ο πόλεμος. Πιστεύω λοιπόν πως προβάλλοντας αυτές τις ιδέες σε αυτό το φορτισμένο σημείο, μπορεί να αρχίσει για τον καθένα μια εσωτερική διεργασία σκέψης. Δεν μπορούμε να πιστεύουμε πως θα αλλάξουμε τον κόσμο αλλά ότι τουλάχιστον θα προκαλέσουμε τη σκέψη. Και καθώς το έργο είναι αντιπολεμικό και υπονομεύει τον εθνικισμό και ιδεολογίες που δημιουργούνται για να στηρίξουν άδικες εκστρατείες, μπορεί τουλάχιστον να προβληματίσει».

 

Η Μαγδαλένα Ζήρα σε πρόβα της παράστασης

Πρώτα το κείμενο

Το έργο του Ευριπίδη θέτει μια σειρά από ζητήματα, από το ηθικό δίλημμα μέχρι την ανάγκη του πολέμου. Υπάρχει στ’ αλήθεια δίλημμα σε μια ανθρωποθυσία; Και μάλιστα «για το καλό της πατρίδας»; Αυτά τα ερωτήματα προκύπτουν στη σκηνοθετική προσέγγιση της κ. Ζήρα, που μέσα στην πολυπλοκότητά τους «δεν έχουν εύκολες απαντήσεις», διευκρινίζει η ίδια.

«Ο χώρος (της νεκρής ζώνης) μας απελευθέρωσε από το βάρος και την πίεση του αμφιθεάτρου που κουβαλούμε σαν κουλτούρα και σαν λαός για δεκαετίες, με μια προσέγγιση που έχει να κάνει με το θέαμα, με την όψη», σχολιάζει. «Όσο κι αν ο Αριστοτέλης ήταν εκείνος που είπε πως πρώτα είναι το κείμενο και τελευταία η όψη. Όταν κάνουμε αρχαίο δράμα, νιώθω ότι το έχουμε γενικά βαρυφορτώσει και ότι δίνουμε πολλή έμφαση στα θεατρικά στοιχεία», αναφέρει ακόμη, υπενθυμίζοντας τα πολλά «πρέπει» και τους κανόνες που συνοδεύουν το ανέβασμα κειμένων της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. «Κι όμως, δεν ξέρουμε τόσα όσα νομίζουμε ότι ξέρουμε για τη θεατρική υπόσταση των αρχαίων κειμένων. Έχουμε κάποια κείμενα, κάποιες ζωγραφικές αναπαραστάσεις και ένα σωζόμενο μουσικό κείμενο του Ευριπίδη. Δεν έχουμε ούτε πολλές πληροφορίες ούτε μια αδιάκοπη θεατρική παράδοση. Έχουμε μια νεοελληνική παράδοση η οποία είναι διαχρονικά συνδεδεμένη με θέματα εθνικής ταυτότητας και σχέσης με το παρελθόν. Είναι πολύ βαρύ το φορτίο και ξέρω πως προσεγγίζοντας ένα αρχαίο έργο, έρχομαι αντιμέτωπη με όλα όσα κουβαλά, και με τις προσδοκίες του κοινού σε σχέση με όλα αυτά τα τεράστια και ακανθώδη θέματα. Μου προκαλεί τρόμο αλλά επίσης θεωρώ ότι πρέπει να απελευθερωθούμε κάποτε και να κάνει ο καθένας την τομή του ανάλογα με την παράσταση που κάνει, τη στιγμή που την κάνει, στο σημείο που την κάνει».

Σύγχρονη προσέγγιση

Επικεντρώνοντας το εγχείρημα αυτού του ανεβάσματος στο νόημα του κειμένου, στο τι έχει να πει σήμερα, στη δραματουργία ενός κειμένου που είναι «αριστοτεχνικό και έξυπνο», όπως σημειώνει, η κ. Ζήρα επιλέγει μια σύγχρονη, ρεαλιστική προσέγγιση στη σκηνοθεσία της, χωρίς να χάνει το στοιχείο της ποιητικότητας. «Νομίζω ότι η ποίηση προκύπτει ακόμα και από την ωμότητα και τον συμβολισμό που έχει ο ίδιος ο χώρος. Άρα είναι ένα άλλο είδος λυρισμού που δεν επιβάλλεται αλλά προκύπτει», λέει η ίδια. Η κ. Ζήρα επιδιώκει, επιπλέον, να ξεδιαλύνει το νόημα του έργου που «κρύφτηκε στα πολλά επίπεδα ερμηνειών τα οποία έχει δεχτεί μέσα στα χρόνια».

Είναι αλήθεια ότι στα σχολικά εγχειρίδια, το έργο διδάσκεται με πολύ συγκεκριμένο τρόπο: η Ιφιγένεια δέχεται να θυσιαστεί για την πατρίδα της, για να φυσήξει ούριος άνεμος και να στείλει τα πλοία των Ελλήνων στην εκστρατεία με καλούς οιωνούς. «Σε πολλά αρχαία έργα έχουν επιβληθεί κάμποσες ερμηνείες που έχουν να κάνουν με τις ανάγκες της εκάστοτε εποχής και της εκάστοτε ιδεολογίας» σχολιάζει η κ. Ζήρα. «Η Ιφιγένεια, όπως τη διδαχθήκαμε και όπως πολλές φορές ανέβηκε, έχει ερμηνευθεί σαν ένα έργο πατριωτικό όπου η νεαρή ηρωίδα μοιραία αναλύεται μέσα από ένα πρίσμα χριστιανικό και πατριωτικό. Εμείς είναι πολύ δύσκολο να ξεφύγουμε από αυτά τα νοήματα. Έχουμε μεγαλώσει μ’ αυτά, το κοινό αυτά περιμένει και με αυτό τον τρόπο συχνά ανεβαίνει το έργο. Θεωρώ ότι ήταν πολύ καινοτόμο το ανέβασμα του (Μιχάλη) Κακογιάννη τη δεκαετία του ’70. Ήταν αντιπολεμικό το μήνυμά του και υπονόμευσε στην πραγματικότητα τις ανάγκες της θυσίας. Ωστόσο και πάλι δεν ήταν ξεκάθαρο γιατί η θυσία ερμηνευόταν ως αναγκαία για το κοινό καλό. Που όμως δεν είναι κάτι καλό: είναι καταστροφή για όλους, θα φέρει τον θάνατο σε πολλούς και είναι ένας άδικος πόλεμος».

Spin doctoring

«Τα τελευταία χρόνια το έργο απέκτησε καινούργια ζωή στις αναβιώσεις. Το προτιμούν οι σκηνοθέτες για δύο λόγους που έχουν να κάνουν με τους λόγους που το επέλεξα κι εγώ. Ο ένας φυσικά είναι ότι έχει κριτική του πολιτικού συνθήματος: δείχνει πολλούς πολιτικούς να λένε ψέματα, να κάνουν το λεγόμενο spin doctoring, να διαστρεβλώνουν δηλαδή την αλήθεια, να παρουσιάζουν ένα γεγονός ανάποδα για να πείσουν την κοινή γνώμη. Βλέπεις τους κύριους χαρακτήρες να αλλάζουν συνεχώς γνώμη και να παίρνουν ένα γεγονός που στην αρχή του έργου όλοι λένε ότι «είναι φρικαλεότητα, είναι βάρβαρο, είναι φόνος», ως το τέλος του έργου το παρουσιάζουν σαν μια πατριωτική θυσία για το κοινό καλό που «είναι σπουδαία, ηρωική και αγνή». Σε δύο ώρες, μπορεί να αλλάξει η κοινή γνώμη, ανάλογα με το πώς θα τους παρουσιαστεί το θέμα. Το δεύτερο πολύ ενδιαφέρον σημείο είναι πως πρόκειται για ένα φεμινιστικό κατά τη γνώμη μου έργο, αν μπορούμε πια να χρησιμοποιούμε τον όρο που εξακολουθεί πάντως να είναι πολύ σημαντικός. Στο έργο έχουμε ένα στρατόπεδο με άντρες έτοιμους να λεηλατήσουν. Σ’ αυτό το στρατόπεδο έρχονται δύο γυναίκες που αγνοούν ότι έρχονται στο στόμα του λύκου και βλέπουμε τη συμπεριφορά των αντρών απέναντί τους.

Σε αυτό το περιβάλλον, ο Ευριπίδης -αυτός ο μεγάλος πειραματιστής συγγραφέας- βάζει ένα γυναικείο χορό που καμία δουλειά έχει σε ένα αντρικό στρατόπεδο. Γιατί να βάλει ένα γυναικείο χορό; Γιατί όχι ένα χορό στρατιωτών; Η σχέση τους με τα τεκταινόμενα είναι πολύ αινιγματική και περίεργη. Προσωπικά θεωρώ ότι επέλεξε τον γυναικείο χορό για να αντιπαραβάλλει το θηλυκό και το αρσενικό στοιχείο μέσα στο έργο και να έρθουν σε σύγκρουση. Ο χορός κάνει διάφορα πράγματα, ανάμεσά τους το -κάπως σοκαριστικό- ότι κάποια λόγια είναι εναντίον των θεών. Ο χορός είναι σε πολλά σημεία εναντίον της θυσίας και λέει ότι είναι ανόσια, ότι δεν υπάρχει κοινός αγώνας των θνητών ενάντια στους θεούς.

Είναι κάπως άθεο έργο κι αυτό είναι περίεργο γιατί ανήκει στην ίδια τριλογία με τις Βάκχες. Από την άλλη δεν πιστεύει ο χορός στους μύθους, όλους τους μύθους που μας έχουν μάθει που ίσως είναι ένα ψέμα. Ο Ευριπίδης αμφισβητεί συνέχεια την επικρατούσα ιδέα των μύθων. Επιπλέον, ένα από τα χορικά τους θυμίζει πολύ τις Τρωάδες και την Εκάβη που είναι παλαιότερα έργα του Ευριπίδη. Μετά από αυτό το έργο, ο στρατός θα πάει στην Τροία, θα λεηλατήσει, θα σκοτώσει, θα βιάσει. Οι γυναίκες το προβλέπουν και το λένε με λόγια που μοιάζουν με τα λόγια από τις Τρωάδες και την Εκάβη. Ο Ευριπίδης υπονομεύει ολόκληρο το υπόβαθρο της εκστρατείας του Τρωικού Πολέμου, που είναι κάτι σαν μύθος ιδρυτικός για ολόκληρη την Ελλάδα, παρουσιάζοντάς τον σαν κάτι που υπήρχε διαφωνία για το αν έπρεπε να γίνει. Υπονομεύει ολόκληρο το ιδεολόγημα. Θέλει κάτι να πει για τους σύγχρονούς του συμπατριώτες που βρίσκονται στα πρόθυρα τελικής κατάρρευσης λίγο μετά τον πελοποννησιακό πόλεμο που ήταν πάλι ένας άδικος πόλεμος και κατέστρεψε ολόκληρες γενιές, πέθαναν τόσοι πολλοί άνθρωποι. Κρατά έναν φακό ο Ευριπίδης και δείχνει τις ρωγμές στον πολιτισμό τους, που από ένα εξελιγμένο πολιτικό περιβάλλον, σιγά-σιγά οδηγούνται σε αυτή τη βαρβαρότητα να κάνουν μια ανθρωποθυσία. Δεν είναι φυσιολογική μια ανθρωποθυσία».

Γι’ αυτό σε αυτή την παραγωγή του Φανταστικού Θεάτρου, η σκηνοθέτιδα επιλέγει την απαραίτητη εκείνη αφαιρετικότητα από τα περίτεχνα-συμβολικά στοιχεία του έργου και προσηλώνεται στο κείμενο του Ευριπίδη και στο νόημά του, «που θα μας κάνει να σκεφτούμε αν κι εμείς οι ίδιοι δεχόμαστε μικρές δόσεις βίας και παραλογισμού στην καθημερινότητά μας» που μας οδηγούν αλλού. «Τη μια χρονιά δεχόμαστε ότι βλέπουμε βομβαρδισμούς live στην τηλεόραση, την επομένη αποκεφαλισμούς live, στην αρχή μας κάνουν εντύπωση οι πρόσφυγες στη θάλασσα, μετά σταματούν να μας κάνουν εντύπωση. Σιγά-σιγά δεχόμαστε μικρές δόσεις βίας και φρικαλεότητας μέχρι που τις συνεχίζουμε εμείς και μέχρι να μας πει κάποιος πως πρέπει να θυσιάσουμε μια «Ιφιγένεια» για το κοινό καλό και μπορεί να το δεχτούμε. Δεν συγκινούμαστε με όσα βλέπουμε στην τηλεόραση, δεχόμαστε να καταπιέζονται κάποια κοινωνικά σύνολα σε υπέρμετρο βαθμό και σιωπούμε, αφήνουμε τους πολιτικούς να παραμένουν στη θέση τους ενώ ξέρουμε όσα έχουν κάνει επειδή θεωρούμε πως δεν μας αφορά. Δεχόμαστε μικρές δόσεις δηλητηρίου κάθε μέρα μέχρι να καταστούμε αναίσθητοι σ’ αυτό το δηλητήριο. «Πού μπορεί να φτάσει μια κοινωνία;». Αυτό ρωτά ο Ευριπίδης».

+ Πρεμιέρα στις 23 Ιουλίου στη Λευκωσία, πλάι στη νεκρή ζώνη (Μάρκου Δράκου 15, σε χώρο πριν το οδόφραγμα του Λήδρα Πάλας, Σωματείο Ελεύθερη Ενιαία Καρπασία). Παραστάσεις στις 25, 26, 27, 28 Ιουλίου στις 21:00. Πληροφορίες/κρατήσεις τηλ. 99246270, 97626798.

Οι συντελεστές

Μετάφραση/Επιμέλεια μετάφρασης: Μαγδαλένα Ζήρα σε συνεργασία με τις Μαρία Γερολέμου, Χρυσάνθη Δημητρίου, Μαρία Παύλου

Διασκευή/Σκηνοθεσία: Μαγδαλένα Ζήρα

Σκηνικά-κοστούμια: Έλενα Κατσούρη

Μουσική: Αντώνης Αντωνίου

Χορογραφία: Φώτης Νικολάου

Σχεδιασμός Φωτισμού: Καρολίνα Σπύρου

Επί σκηνής: Ειρήνη Ανδρέου, Φώτης Αποστολίδης, Νίκη Δραγούμη, Στέλιος Καλλιστράτης, Βαλεντίνος Κόκκινος, Ανδρέας Παπαμιχαλόπουλος, Παναγιώτα Παπαγεωργίου, Ανδρέας Τσέλεπος

Συμμετέχουν στο χορό: Βάρσια Αδάμου, Αλεξία Αλέξη, Μαρία Ιακωβίδου, Χρύσα Νικολάου, Ανδρέας Λουκά, Τάριελ Μπερίτζε

Φωτογραφίες από πρόβα της παράστασης

 

 

 

 

 

 

 

Previous post:

Next post: