Post image for Κριτική βιβλίου | Το γαλάζιο φουστάνι

Κριτική βιβλίου | Το γαλάζιο φουστάνι

11/08/2017

Γράφει ο Κώστας Βασιλείου

Το γαλάζιο φουστάνι

Του Ανδρέα Μαυρογιάννη
Εκδόσεις Λιβάνης, 2015

1

Γιάννη μου το μαντήλι σου, Γιάννη.
Τι το ’χεις λερωμένο, βρε Μαυρογιαννάκη μου.
Κι είναι πυροκαμένο, βρε παλληκαράκι μου.

Κόκκινα χείλη φίλησα, μήλα.
Κι εκείνα με δαγκώσαν και με γαιμάτωσαν.
Τα σωθικά μου λιώσαν και με φαρμάκωσαν.

Και στο μαντήλι το ’βγαλα, το γαίμα.
Και το μαντήλι εκάηκε, αχ μανούλα μου.
Και η καρδιά μου εράη, τρισευγενούλα μου.

Και στο ποτάμι το ’βρεξα, φως μου.
Να σβήσω τα λαμπρά μου, αχ χελιδόνα μου.
Ν΄ ανθίσει η ροδιά μες στον χειμώνα μου.

Και το ποτάμι άναψε, λάβα.
Και στο γιαλό εκβάλλει, φωτιά στη θάλασσα.
Κι όσα καράβια είχα στις φλόγες τα ’χασα.

Μες στης Τζιερύνειας τα νερά, Γιάννη.
Αγγέλοι φτερουγίζουν, βρε Μαυρογιαννάκη μου.
Κι Ανάσταση θερίζουν, βρε παλληκαράκι μου.

Μες στη ζωή τα πάντα ρει , Γιάννη.
Ουκ έστι δις εμβήναι, κυλάει ο ποταμός.
Τα πάντα οιακίζει που τ’ άψη ο κεραυνός.

Τ’ αστροπελέτζιιν τ’ ουρανού, φτάννει.
Την μασιαιρκάν να κάψει, βρε Μαυρογιαννάκη μου.
Τζιαι τον γιαράν να ράψει, βρε παλληκαράκι μου.

2

Συμβαίνει συχνά, όχι πάντα, το καλύτερο έργο ενός καλλιτέχνη να είναι το πρώτο του. Ο Μιχάλης Κακογιάννης έκανε τεράστιες επιτυχίες, από τη Στέλλα ως την Ηλέκτρα κι από την Ιφιγένεια ως τον Ζορμπά, καμιά ταινία του όμως δεν φτάνει τη φρεσκάδα της παρθενικής του ταινίας Κυριακάτικο Ξύπνημα. Το ίδιο ισχύει και για τη Μελίνα Μερκούρη, που καμιά ερμηνεία της δεν φτάνει τη Στέλλα ή και για την Έλλη Λαμπέτη με το Σ΄ αγαπώ στην Κάλπικη Λίρα. Συμβαίνει εδώ αυτό που γίνεται με τον πρώτο έρωτα. Μιλάμε για έργα που έχουν τέτοια τελειότητα, που λες και δεν έγιναν από ανθρώπινα χέρια, αυτά που λέμε αχειροποίητα, σ΄ αυτά ανήκει το «Γαλάζιο Φουστάνι».

Μα, θα μου πείτε, μηδένα προ του τέλους μακάριζε, ο Ανδρέας Μαυρογιάννης εμφανίζεται με το πρώτο του έργο, ποια η απόδειξη ότι τα επόμενα, που μακάρι να υπάρξουν επόμενα, δεν θα είναι ακόμα καλύτερα. Το εύχομαι, αλλά χλωμό το βλέπω. Πρώτα-πρώτα, με το έργο αυτό ο Α.Μ. δεν κάνει λογοτεχνία, αμφιβάλλω αν ήταν ή είναι στις προθέσεις του να γίνει λογοτέχνης. Το Γαλάζιο Φουστάνι είναι μια κραυγή, μια προσευχή, ένα μνημόσυνο που μας οδηγεί στη σκοτεινή ρίζα της ζωής, που συνοψίζει σ΄ έναν ήχο όλα τα φωνήεντα από το άλφα ως το ωμέγα ή και πιο πέρα, το αρχέτυπο Εγώ Ειμί το Άλφα και το Ωμέγα.

Είναι σαφές, επομένως, ότι ο Α.Μ. δεν έχει την πρόθεση να γίνει επαγγελματίας λογοτέχνης. Εκτός κι αν, άγνωστοι αι βουλαί του Κυρίου, οι συγκυρίες του βίου, του κύκλου τα γυρίσματα π΄ ανεβοκατεβαίνουν, του δημιουργήσουν τέτοιες ενδογενείς εκρήξεις, έτσι που ν΄ αναγκαστεί (όπως έγινε με το Γαλάζιο Φουστάνι) να εκτοξεύσει έναν νέο πύραυλο.

Ας δούμε όμως τι λέγει ο ίδιος επ’ αυτού, τι γέννησε το Γαλάζιο Φουστάνι, άρα και τι θα μπορούσε να γεννήσει ένα άλλο Φουστάνι:

«Έχω και εγώ επιτέλους, έστω και ως φτωχός, ευτελής, άθλιος και ανάξιος αφηγητής, δικαίωμα σε ένα θρήνο γαλανό, να έχω ένα τόσο δα μικρό μυστικό κήπο, με ένα έστω μόνο ταλαιπωρημένο κόκκινο λουλούδι για να εναποθέσω σ΄ έναν τάφο. Μνημόσυνο δεν ήταν; Ένα αναμμένο καντήλι που έσβησε και χρειάζονται πια σπίρτα και λάδι για να ανάβει σε ραντισμένο με δάκρυ μνήμα;»

Συνελόντι ειπείν, το Γαλάζιο Φουστάνι δεν είναι απλά λογοτεχνία, ένα παιχνίδι, είναι πράξη ζωής, όπως πρέπει να είναι όλη η λογοτεχνία, η ποίηση. Κι αντίστροφα η ζωή πρέπει να είναι ποίηση. Ένα παράδειγμα; Ο Γρηγόρης Αυξεντίου, που τ΄ ολοκαύτωμά του ήταν ταυτόχρονα πράξη και ποίηση. Ή ο πατέρας του Α.Μ., ο Διομήδης, ο αγωνιστής ποιητής. Κι η μητέρα του η Ευγενία, η αγρότισσα, με τα εφτά παιδιά της.

3

Σ΄ έναν κόσμο που συστηματοποιεί το χάος, είτε είναι ο συμπαντικός μακρόκοσμος είτε ο δικός μας γήινος μικρόκοσμος (θυμηθείτε την ετυμολογία της λέξης κόσμος από το κοσμέω-κοσμώ, κόσμημα, αρμονία) όλα είναι θέμα στρατηγικής, πλοήγησης, αυτό που σήμερα ονομάζεται κυβερνητική, cybernetics. Ένα παράδειγμα αρμονίας, που να προκύπτει από ένα χάος, μιαν άβυσσο, με τη δέουσα στρατηγική. Όταν ο Άλφρεντ Χίτσκοκ επρόκειτο να γυρίσει την Ψυχώ, έχοντας στα χέρια ένα sui generis μυθιστόρημα, η προσοχή του εστιάστηκε στην επιλογή των συνεργατών του, με έμφαση στους ηθοποιούς που θα υποδύονταν τους πρωταγωνιστικούς ρόλους, τον σχιζοφρενή Νόρμαν (ή Νόρμα) Μπέητς και το κορίτσι της διπλανής πόρτας, την secretary Μάριον Κρέην. Κριτήριό του ήταν η παραπλάνηση των θεατών, έτσι που να πετύχει το απόλυτο του suspense. Για τον ανδρικό ρόλο επέλεξε τον bisexual Άντονι Πέρκινς, που με το baby face του απέκλειε εκ προοιμίου το ενδεχόμενο να ήταν αυτός ο ψυχοπαθής δολοφόνος, ενώ για τον γυναικείο ρόλο επέλεξε ως πρωταγωνίστρια την αγγελοπρόσωπη και αγγελόκαρδη Τζάνετ Λη που η φιγούρα της εγγυόταν την παρουσία της ως το happy (ή unhappy) end‧ ποιος θα το φανταζόταν ότι θα την δολοφονούσε με τον πιο άγριο τρόπο που είδε ο κινηματογράφος ever στα μισά της ταινίας;

4

Την ίδια μέθοδο παραπλάνησης εφαρμόζει ενστικτωδώς και ο Α.Μ., γι’ αυτό και το Γαλάζιο Φουστάνι θα μπορούσε να γίνει ταινία από τον Χίτσκοκ στο στυλ του Vertigo. Ήδη από τον τίτλο του, με μια φαινομενικά φτηνιάρικη και λαϊκότροπη προεξαγγελτική παράθεση, μας υποβάλλει (και μας επιβάλλει) ότι πρωταγωνίστριά του θα είναι ένα κορίτσι με γαλάζιο φουστάνι (δεν το ονομάζει καν φόρεμα), μια εξαΰλωση, μια εξιδανίκευση, που ενώ δεν κατονομάζεται, δεν μπορεί να έχει άλλο όνομα από αυτό της μούσας του έπους, της Καλλιόπης, αφού μιλάμε για κλέα γυναικών που πάλεψαν με τον Χάροντα στα μαρμαρένια αλώνια. Αυτή (η υποβολή του τίτλου για ένα ιδανικό πλάσμα) ενισχύεται από τις πρώτες κιόλας αρθρώσεις της αφήγησης, μ΄ ένα κορίτσι που, μέσα στην καθημερινότητά του, έχει τον μικρό μυστικό του κήπο.

Κούνια που μας κούναγε, εδώ παπάς, εκεί παπάς, πού είναι ο παπάς; Γιατί ενώ αναμένουμε άμεσα, από στιγμή σε στιγμή την εμφάνιση του Γαλάζιου, παθαίνουμε ότι παθαίνουν ο Βλαδίμηρος και ο Εστραγκόν who are waiting for Godot, που δεν έρχεται ποτέ, ούτε στο τέλος. Αντίθετα, από τη δεύτερη κιόλας σελίδα, εμφανίζεται η αληθινή πρωταγωνίστρια, που κυριαρχεί σ΄ ολόκληρο το έργο, όχι και τόσο αέρινη, ένα αερικό, μα απλή, καθημερινή, η μεσοαστή κυρία με το Φούξια Ταγέρ.Τι συμβαίνει λοιπόν, έχουμε δύο ηρωίδες, μια υπαρκτή και μια ανύπαρκτη ή μήπως είναι μία και αδιαίρετη, που εμφανίζεται με δύο διαφορετικές μορφές; Η λύση δίνεται, φυσικά, στο τέλος, αλλά ως τότε έχουμε άβυσσο να διανύσουμε.

5

Ο κινητήριος μοχλός, η μανιβέλα που ξεκινάει το όχημα, είναι ένα κομπλιμέντο που έκανε στη μεσοαστή κυρία, φαινομενικά αθώο, ένας νέος τριαντάχρονος άντρας, γιος συναδέλφου της, όταν την είδε για πρώτη φορά στο γραφείο με το καινούργιο της φούξια ταγέρ, που ούτε ο ίδιος ο σύζυγός της δεν το είχε προσέξει – χαρά στο πράμα. Έλα όμως που ο (ανώνυμος κι αυτός) νέος την επομένη κιόλας μέρα αυτοκτόνησε με μια σφαίρα στ’ αριστερό του στήθος, χωρίς ν΄ αφήσει καμιά εξήγηση (ένας υπαινιγμός για ανεργία) ούτε στη μητέρα του, τη Μαρία, το μόνο πρόσωπο του έργου που κατονομάζεται κι ο ρόλος της είναι φυσικά ο ρόλος μιας Pieta- με τον μοναχογιό της στα γόνατα, που πέταξε τ΄ αγόρι μου, πού πήγε, πού μ΄ αφήνει.

Η κυρία Φούξια Ταγέρ, με τη δραματική εξέλιξη των πραγμάτων, προβληματίζεται βέβαια για το κομπλιμέντο, μήπως είχε ένα βαθύτερο νόημα, πού να πάει όμως ο νους της ότι, προφανέστατα, ο νέος δεν είχε αποφασίσει την αυτοχειρία του τη στιγμή που τη διέπραξε. Σίγουρα πρέπει να είχε δοθεί από καιρό του θανάτου, είχε μιαν όσμωση με αυτόν, άρα έβλεπε και σε άλλους το στίγμα ενός επερχόμενου θανάτου που οι ίδιοι ούτε υποψιάζονταν. Με άλλα λόγια, όταν της έλεγε ότι της πάει πολύ το φούξια ταγέρ της (το χρώμα του θανάτου) είναι σαν να της έλεγε, το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα. Μόνο που η …Ηλέκτρα δεν θα αυτοχειριασθεί, θα γαντζωθεί στη ζωή, ακόμα κι όταν τα σημάδια του θανάτου εμφανίζονται, και θα παλέψει σαν αμαζόνα, γι’ αυτό μιλήσαμε για κλέα γυναικών και για μούσα του έπους, την Καλλιόπη (= το κορίτσι με την ωραία όπα, πρόσωπο).

Ο συγγραφέας (και μαζί του ο αναγνώστης) έχει μπροστά του δύο θανάτους, ένα συντελεσμένο και έναν επερχόμενο (στην πλοκή του έργου), που δεν είναι και τόσο επερχόμενος, αφού όταν γράφει το μνημόσυνό του είναι κι αυτός συντελεσμένος. Μόλις στις τελευταίες γραμμές λύεται το μυστήριο μ΄ έναν λυτρωτικό και ταυτόχρονα σπαραχτικό τρόπο. Ως τυφλός πια ραψωδός, μια κι έχασε τη μούσα του, θα της κάνει τουλάχιστον ένα μνημόσυνο (ναι θα τολμήσει να γράψει) και το Γαλάζιο Φουστάνι είναι αυτό που της ύφανε με την ανάσα και τις λέξεις του, το μόνο που μπορεί να φτιάξει για την νεκρή αγαπημένη του Lenore, που όπως λέει και το Κοράκι δεν θα την ξαναδεί ποτέ πια, nevermore.

6

Σ΄ αυτό το καίριο ερώτημα, κραυγή μάλλον, την αρχέγονη αναζήτηση της συμφιλίωσης του ανθρώπου με το χάος που μας περιβάλλει, με τη ζωή και τον θάνατο, ο Διονύσιος Σολωμός θα μας έδινε μιαν ελληνική, φωτεινή απάντηση με τα δύο ιταλόμορφα σχεδιάσματα της ωριμότητας, Dona Velata (=Η Γυναίκα με το Μαγνάδι) και La Madre Greca (= Η Ελληνίδα Μητέρα), όπου ο θάνατος θανάτω υπερβαίνεται, αναστάσιμα. Στο μεν πρώτο, όταν η Σκεπασμένη Μορφή που έρχεται απ’ τον άλλο κόσμο και την ρωτά αν υπάρχει ακόμα εκεί η νεκρή καλή του κι αν θα την ξαναδεί, όχι μόνο δεν του απαντά με το Nevermore, αλλά αφαιρεί το μαγνάδι από το πρόσωπό της κι αποκαλύπτεται αυτούσια η καλή του‧ και στο δεύτερο, όταν μετά τον ηρωικό θάνατο του Ανδρός (μακρύς ο λάκκος που άνοιξε και κλει τον γίγαντά μου), η νεαρή χήρα μητέρα νανουρίζοντας τ΄ αγοράκι τους, του λέει ότι χαρές και πλούτη να χαθούν και τα βασίλεια κι όλα, τίποτα δεν είναι, αν η ψυχή μένει στητή και ολόρθη. Με άλλα λόγια ο θάνατος υπερβαίνεται και με άλλους τρόπους, και με την ποίηση, προπαντός με την ποίηση, τη δημιουργία κόσμου από το χάος.

Μιλάμε όμως για τον Δ. Σολωμό της ωριμότητας, που πολλά έζησε κι έπαθε και πολλών ανθρώπων ίδεν άστεα. Ο Ανδρέας είναι ακόμα μαυρογιαννάκι, παλληκαράκι, στο άγ-γου και στο άγλα ιλί, όπως έλεγε η μακαρίτισσα η μάνα μου η Σιερίνα και η δική του πολύπαθη μάνα, η Ευγενία. Τα βάσανά του ακόμα εν’ πίσω, έχει να ζήσει θανάτους κι αναστάσεις, τα σημάδια ωστόσο είναι από τώρα ευοίωνα, πολύ ευοίωνα, σε σημείο που να μιλάμε για άστρο.

α΄ Το όλο έργο του, με τον τίτλο, έχει το ελληνικότερο, φωτεινότερο χρώμα, το γαλάζιο, τ’ ουρανού και της θάλασσας και, παρά τη σκοτεινάγρα του, εκπέμπει φως από την αρχή ως το τέλος.

β΄ Δεν λογοτεχνεί, δεν παίζει με τις λέξεις, ζει και υφαίνει τον ιστό, το έργο του, με τον τρόπο της αράχνης, απ΄ τη ματωμένη ανάσα του, γι’ αυτό και το έργο του έχει τη στερεότητα της πέτρας παρά την παλλόμενη ύλη του.

γ΄ Πολύ εύστοχα, σοφά θα ’λεγα, αποφεύγει να κατονομάσει το λογοτεχνικό είδος του έργου, που εκ πρώτης όψεως φαίνεται νουβέλα, επειδή σ΄ αυτό το έργο συνυπάρχουν εναλλασσόμενα πλείστα όσα είδη, λυρικά, αφηγηματικά, δραματικά ή σκωπτικά και πάει λέγοντας, επειδή όλα είναι μια σύνθεση, εν τω παν, οδός άνω κάτω μία και ωυτή, προς τι επομένως οι προκρούστειες συνταγές του διαχωρισμού, μία, ενιαία και αδιαίρετη είναι η τέχνη του λόγου κι αυτή ονομάζεται ποίησις.

δ΄ Είναι απίστευτη η πυκνότητα του έργου, το λιτό, το απέριττο, το ακαριαίο, λες κι ο Α.Μ. προσπαθεί να συμπυκνώσει ένα ολόκληρο σύμπαν (με τα μορφικά και νοηματικά του στοιχεία) μέσα στη φούχτα του ως ένα δάκρυ-διαμάντι, στο αρχέτυπο κύτταρο ή σε μια μαθηματικού τύπου εξίσωση σαν κλειδάκι που ν΄ ανοίγει στην απεραντοσύνη του απείρου. Να αναμένουμε, επομένως ότι, αφού με το πρώτο έργο του φτάνει στο point zero, η συνέχεια, αν θα υπάρξει, που το ευχόμαστε, δεν μπορεί να είναι άλλη από ένα big bang, με αλλεπάλληλες εκρήξεις – Βουράτε γειτόνοι!

Previous post:

Next post: